Κοιτάζοντας γύρω, παρατηρώντας τα πρόσωπα, ακούγοντας τα σχόλια, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουμε τη «γλώσσα του σώματος», δεν μπορούμε παρά να παραδεχθούμε ότι εκείνο που έχει χαθεί πρωτίστως στην κοινωνία είναι η οποιαδήποτε αχτίδα αισιοδοξίας. Από την πρώτη καλημέρα που ανταλλάσσουμε στον δρόμο γίνεται εμφανές ότι κάθε άλλο παρά πιστεύουμε ότι όντως η μέρα θα είναι καλή. Εξάλλου, ελάχιστα συνηγορούν σε κάτι τέτοιο…
Του Θάνου Σταθόπουλου
Το τοπίο που διαμορφώνεται μέρα με τη μέρα, αντί να ξεκαθαρίζει και να δημιουργεί έστω και υποψίες ελπίδας, αντιθέτως συσκοτίζεται ολοένα και περισσότερο, αναγκάζοντας ακόμη και τους τελευταίους -αθεράπευτα ή συνειδητά- αισιόδοξους να αμφιβάλλουν για το πόσο αναστρέψιμη είναι η κατάσταση.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο καθίσταται πλέον ορατός ο κίνδυνος να οδηγηθούμε σε διάλυση της κατ’ όνομα πλέον Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς ο ηγεμονισμός και η σχεδόν σαδιστική εμμονή του Βερολίνου σε ανελαστικά οικονομικά μοντέλα δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις για μία εκκωφαντική διάσπαση. Ήδη, δειλά δειλά, κι άλλες χώρες -πλην εκείνων του ευρωπαϊκού νότου- αντιλαμβάνονται πλέον ότι η ακολουθούμενη γερμανική συνταγή οικονομικής αναδιάρθρωσης οδηγεί τελικώς σε αντίθετα από τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, βυθίζοντας τις ασθενούσες οικονομίες σε ακόμη βαθύτερα τέλματα και οδηγώντας ευρύτατα στρώματα Ευρωπαίων πολιτών στο κοινωνικό περιθώριο\.
Σε εγχώριο επίπεδο τα πράγματα διαμορφώνονται ακόμη χειρότερα. Εν αναμονή επιστροφής των «τροϊκανών» ελεγκτών μας, όχι απλώς η κυβέρνηση δεν είναι έτοιμη να δείξει κάποια πρόοδο στα όσα με επιμονή τής ζητούνται, αλλά αντιθέτως τα στοιχεία δείχνουν ότι απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τους ασφυκτικούς στόχους που της έχουν τεθεί. Η λήψη νέων, σκληρότερων μέτρων, όσο κι αν αποτελεί εφιαλτικό σενάριο (κι όχι μόνο για εκείνους που θα τα υποστούν, αλλά και για εκείνους που θα τα λάβουν) μάλλον θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη. Μόνο που κι αυτά τα μέτρα θα πάνε στον βρόντο, αφού θα επιχειρήσουν να φορτώσουν πρόσθετα βάρη σε ώμους που πλέον έχουν από καιρό χάσει την αντοχή τους…
Μέσα σε όλο αυτό το θλιβερό τοπίο, ακόμη μιλάμε για επενδύσεις που θα έρθουν, για θέσεις εργασίας που θα δημιουργηθούν, για κράτος που θα ανασυσταθεί, για οικονομία που θα αναγεννηθεί. Ακόμη μιλάμε, αλλά δεν βλέπουμε να γίνεται ούτε ένα ουσιαστικό βήμα προς την παραπάνω κατεύθυνση. Πού είναι, άραγε, τα αναπτυξιακά κίνητρα που θα δίνονταν σε νέους επιχειρηματίες και επενδυτές, ώστε να στηρίξουν την ελληνική οικονομία, να προχωρήσουν σε καινοτομίες, να αλλάξουν το μοντέλο ανάπτυξης της χώρας; Πού πήγαν οι σχεδιασμοί για μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος, που θα άρει τα γραφειοκρατικά εμπόδια, δημιουργώντας ταυτόχρονα δίχτυ κοινωνικής προστασίας για όσους πλήττονταν καίρια από την οικονομική κρίση; Πού χάθηκαν οι λεγόμενες «κόκκινες γραμμές» και οι επαναδιαπραγματεύσεις των επώδυνων μνημονιακών όρων;
Δυστυχώς, ο χρόνος δεν περισσεύει πια. Εξαντλείται και μαζί του τελειώνει και η ανοχή των πολιτών απέναντι στην τρικομματική κυβέρνηση. Και δεν είναι μόνο η αφόρητη οικονομική κατάσταση που οδηγεί σε αυτήν την εξάντληση, αλλά κυρίως η παντελής έλλειψη αισιοδοξίας, την οποία προκαλεί η απουσία συγκεκριμένου οράματος και σαφούς στρατηγικής εξόδου από την κρίση.
Οι σχεδιαστές των νέων μέτρων στις Βρυξέλλες και οι κομιστές των καινούργιων «φιρμανιών» προς την κυβέρνηση των Αθηνών έχουν από καιρό χάσει την έξωθεν καλή μαρτυρία. Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν κάποιοι, δεν υπάρχει σχέδιο εξόντωσης της Ελλάδος -πλέον και της Κύπρου- από διεθνή κέντρα συνωμοσίας, αλλά εξωφρενικοί πειραματισμοί με ολόκληρους λαούς, προκειμένου ορισμένοι να επιβεβαιώσουν την ορθότητα των οικονομικών μοντέλων τους. Και εάν οι λαοί δεν επιβεβαιώνουν τα μοντέλα, τότε κακό του κεφαλιού τους για τους λαούς…
Υπάρχει επιστροφή από αυτόν τον δρόμο; Δύσκολο να απαντηθεί. Ακούσαμε πολλές φορές για ύπαρξη «plan B», αλλά ουδέποτε μπήκε αυτό πάνω στο τραπέζι, άρα έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι ουδέποτε προετοιμάστηκε σοβαρά. Ωστόσο, όσο οι κυβερνώντες καθυστερούν να προχωρήσουν σε κάποιο «plan B», τόσο μεγαλώνουν τις πιθανότητες να γίνει κάτι τέτοιο από την πλευρά των κοινωνιών.
Η Ιστορία ούτε τελειώνει, ούτε χωρά στα στενά όρια των οικονομικών μοντέλων και των χρηματοπιστωτικών αγορών. Τα πρώτα είναι χρήσιμα ως επιστημονικά εργαλεία και οι δεύτερες ως μοχλοί ενίσχυσης της επιχειρηματικής ανάπτυξης, αλλά σε καμία περίπτωση -ούτε τα μεν, ούτε οι δε- μπορούν να υποκαταστήσουν την τέχνη της πολιτικής. Το μόνο που μπορεί να υποκαταστήσει την τελευταία, και τούτο για σύντομο χρονικό διάστημα, είναι ένα ευρύ κοινωνικό ξέσπασμα, που θα οδηγήσει σε μία νέα τάξη πραγμάτων. Σε αυτήν την περίπτωση, βέβαια, τα ζητούμενα είναι τι θυσίες θα απαιτηθούν για την εγκατάσταση αυτής της νέας τάξης και πόσο αυτή η τάξη θα είναι καλύτερη από την προηγούμενη.
Δυστυχώς, τα παραπάνω ζητούμενα μπορούν να απαντηθούν μόνο στην πράξη και άρα, αφότου κάποιοι αναλάβουν το ρίσκο να τα απαντήσουν…






































































































