Η Ομοσπονδία Συνταξιουχικών Τραπεζικών Οργανώσεων Ελλάδος (Ο.Σ.Τ.Ο.Ε.) ως δευτεροβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, εκπροσωπεί μέσω των πρωτοβάθμιων σωματείων – συλλόγων συνταξιούχων, που είναι ενταγμένοι σ’ αυτή, περίπου σαράντα χιλιάδες συνταξιούχους ελληνικών τραπεζών. Λαμβάνω ως συνταξιούχος τραπεζοϋπάλληλος την εφημερίδα της Ομοσπονδίας (ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ) και διαβάζοντάς τη έχω καταλήξει στην άποψη ότι ο καλύτερος χαρακτηρισμός της –για τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον– είναι: «εφημερίδα της κλάψας». Από την πρώτη μέχρι την τελευταία γραμμή αποπνέει ένα πνεύμα κλάψας. Εμείς οι αδικημένοι συνταξιούχοι τραπεζοϋπάλληλοι –που σημειωτέον δεν ανήκουμε στους χαμηλοσυνταξιούχους– που υφιστάμεθα τα μύρια δεινά από διάφορους «κακούς» ντόπιους και ξένους. Η εφημερίδα περιλαμβάνει: πρακτικά συνεδρίων κλάψας, διακηρύξεις κλάψας, ψηφίσματα κλάψας, δελτία τύπου κλάψας, ανακοινώσεις κλάψας, ομιλίες κλάψας, άρθρα κλάψας, επιστολές κλάψας, ακόμη και γελοιογραφίες κλάψας (κλαυσίγελως).
Μα θα αναρωτηθεί κάποιος δεν υπάρχουν προβλήματα στους συνταξιούχους τραπεζοϋπάλληλους, τα οποία μάλιστα έχουν ενταθεί σε μεγάλο βαθμό, λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τη χώρα μας; Βεβαίως και υπάρχουν και είναι πολλά και σοβαρά. Υπάρχει όμως τεράστια διαφορά μεταξύ της αντικειμενικής και σε ευρύτερο πλαίσιο, αξιολόγησης αυτών των προβλημάτων και της μετατροπής τους σε έμμονη ιδέα που σε βασανίζει από το πρωί μέχρι το βράδυ, σε έμμονη ιδέα που σε βασανίζει όταν σκέπτεσαι, όταν μιλάς, όταν γράφεις, ίσως και ως εφιάλτης στα όνειρά σου…
Σ’ αυτή την αντικειμενική και σε ευρύτερο πλαίσιο αξιολόγηση και αντιμετώπιση των προβλημάτων του ανθρώπου αναφέρεται η φιλοσοφία του μεγάλου φιλοσόφου Σπινόζα.
Ο Σπινόζα γεννήθηκε το 1632 στο Άμστερνταμ από Εβραίους γονείς, έλαβε κλασική εβραϊκή παιδεία και μετά το θάνατο του αδερφού του αναγκάστηκε σε ηλικία δέκα επτά ετών να μπει στην επιχείρηση εισαγωγών – εξαγωγών του πατέρα του. Το 1656 σε ηλικία είκοσι τεσσάρων ετών αφορίστηκε και αποκλείστηκε από την εβραϊκή κοινότητα, γιατί ο θεός του –στον οποίο πίστευε και ο Αϊνστάιν– δεν είχε καμία σχέση με το θεό που προωθούσε στο λαό ο κλήρος. Αρνήθηκε την έδρα της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης και προτίμησε, για να διατηρήσει την ανεξαρτησία του, το επάγγελμα του στιλβωτή για φακούς και ματογυάλια. Το φιλοσοφικό του αριστούργημα είναι «Η Ηθική». Πέθανε το 1677 σε ηλικία σαράντα πέντε ετών από αναπνευστική νόσο, που είναι πολύ πιθανό να οφειλόταν στη σκόνη του γυαλιού που εισέπνεε λόγω της δουλειάς του. Πλήρωσε πολύ ακριβά την πνευματική του ανεξαρτησία…
Τι προτείνει λοιπόν ο Σπινόζα μέσω της φιλοσοφίας του και της ζωής του στους συνταξιούχους τραπεζοϋπάλληλους, για την αντιμετώπιση των πιεστικών προβλημάτων τους στον καιρό της κρίσης;
Κατά τον Σπινόζα οι πράξεις μας είναι η αναγκαία έκφραση και επομένως η αναγκαία συνέπεια αυτού που είμαστε, δηλαδή της βιολογικής μας υπόστασης, του εθνικού και ατομικού μας ασυνειδήτου, των σκέψεών μας, της ευαισθησίας μας, της ιστορίας μας. Μπορούμε βέβαια να φανταστούμε άλλες δυνατότητες δράσης, άλλους τρόπους ζωής. Αλλά παρά τις προθέσεις και τις ονειροπολήσεις μας, οι πράξεις θα συνεχίσουν να εκφράζουν την ουσία μας, είτε μας αρέσει είτε όχι. Έτσι λοιπόν, κατά τη φιλοσοφία του Σπινόζα, η βούληση και τα περιθώρια δράσης του ελληνικού λαού και των πολιτικών ηγετών του ήταν και είναι πολύ περιορισμένα. Διότι αν διαχρονικά κάναμε αυτό που σήμερα μας φαίνεται κακή επιλογή (π.χ. αντιπαροχή, υπερδανεισμός, μνημόνιο κ.τ.λ.), ήταν επειδή απλούστατα στη συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία δεν είχαμε τη δυνατότητα επιλογής, δηλαδή οι παρελθούσες πράξεις μας και το πεπρωμένο που επακολούθησε ήταν αναγκαία. Το να νομίζουμε ότι θα μπορούσαμε να είχαμε κάνει κάτι καλύτερο είναι μια αναδρομική ψευδαίσθηση.
Είναι φανερό ότι η φιλοσοφία του Σπινόζα (αναγκαιότητα και αιτιοκρατία) έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον μανιχαϊστικό (εμείς οι καλοί, οι άλλοι οι κακοί) τρόπο σκέψης του σύγχρονου μέσου Έλληνα, στον οποίο κυριαρχούν ο θυμός, η κακοπιστία και η μισαλλοδοξία. Έχω την άποψη ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων –των συνταξιούχων τραπεζοϋπαλλήλων συμπεριλαμβανομένων– πιστεύει (πίστη ως έκφραση συναισθήματος και όχι λογικής επεξεργασίας) ότι για όλα τα δεινά της φταίνε οι κακοί πολιτικοί μας (γιατί άραγε η Ελλάδα αναδεικνύει συνεχώς κακούς πολιτικούς;), οι οποίοι εξυπηρετώντας για ίδιον όφελος αλλότρια συμφέροντα, δημιούργησαν διαχρονικά την κακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται η χώρα. Ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης οδηγεί τα άτομα να περνάνε τις ημέρες τους μεμφόμενα –και μέσα από την εφημερίδα της Ο.Σ.Τ.Ο.Ε.– τους κακούς πολιτικούς μας και τα σκοτεινά κέντρα εξουσίας. Αυτός ο συνεχής εσωτερικός εξουθενωτικός «πόλεμος», δημιουργεί μια κακή ψυχική κατάσταση, που όχι μόνο δεν αλλάζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των ατόμων, αλλά αντίθετα συνθλίβει την κριτική τους ικανότητα, την ενέργειά τους, την εμπιστοσύνη τους και τη διαίσθησή τους.
Ο τρόπος σκέψης σύμφωνα με τη φιλοσοφία του Σπινόζα οδηγεί στην επιείκεια, στην αλληλοκατανόηση και τελικά στην ωριμότητα, ενώ ο δεύτερος, ο μανιχαϊστικός οδηγεί στη συνεχή σύγκρουση και την ανωριμότητα. Σκεφθείτε πόσο διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα, αν πιστεύαμε ότι οι πολιτικοί μας δεν ενεργούν σκόπιμα εις βάρος μας, αν λαμβάναμε υπόψη μας την αλληλουχία των περιστάσεων που τους οδήγησαν στις πολιτικές που εφάρμοσαν. Τα αρνητικά μας συναισθήματα θα άρχιζαν τότε να εξασθενούν και να διαλύονται, αφού δεν θα εστιάζονταν πλέον σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά σε μια ολόκληρη αλληλουχία αιτίων.
Τι θα γίνει όμως με την επανάσταση που πιστέψαμε στα νεανικά μας χρόνια; Τώρα που η σκόνη του χρόνου έχει κατακαθίσει πάνω στις σελίδες του «Κεφαλαίου», αρχίζω σιγά – σιγά να διαμορφώνω την άποψη ότι η μόνη επανάσταση –και αυτή σε ατομικό επίπεδο– που έχει πιθανότητες επιτυχίας, είναι η πνευματική. Οι άλλες, που κινητοποιούνται από τον μανιχαϊστικό τρόπο σκέψης, καταλήγουν τελικά στα Γκουλάνγκ και τους Κόκκινους Χμερ.
Ο γέρο – συνταξιούχος τραπεζοϋπάλληλος, από τη στιγμή που έχει εξασφαλίσει τα προς το ζειν και επιπλέον έχει διανύσει τα τρία τέταρτα του δρόμου της ζωής του, δεν αξίζει το τελευταίο τμήμα που του απομένει να το περάσει μέσα στην κλάψα. Ας ακολουθήσει το δρόμο του Σπινόζα, το δρόμο της αυτογνωσίας με τις γήινες αρετές της, τη μετριοπάθεια, την ανεκτικότητα, το σεβασμό στις ιδέες του άλλου. Ας ακολουθήσει στο τελευταίο κομμάτι του δρόμου της ζωής το περίφημο ρητό του: Non ridere, non lugere (όχι κλάψα), non protestare, sed inteligere.
Και προς τους συναδέλφους της εφημερίδας ΤΡΑΠΕΖΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ: Ας τη μετατρέψουν σε βήμα φιλοσοφικής αναζήτησης, νοσταλγίας και αναμνήσεων, γιατί ο κόσμος του γέρο – συνταξιούχου είναι κυρίως ο κόσμος της μνήμης, ο κόσμος των αναμνήσεων που κράτησε και δεν άφησε να σβηστούν. Η διάσταση μέσα στην οποία ζει είναι σε μεγάλο βαθμό το παρελθόν, με την έννοια ότι ο κόσμος του παρόντος, ως κόσμος της τεχνολογίας και ο κόσμος του μέλλοντος, ως κόσμος της φαντασίας, δεν τον υπολογίζουν πια, ενώ ο κόσμος του παρελθόντος είναι εκείνος, που μέσα από τη θύμηση τον βοηθάει να επιστρέφει, να καταφεύγει στον εαυτό του και να επαναπροσδιορίζει την ταυτότητά του…
Δημήτριος Γ. Σουλιώτης
Συνταξιούχος Τράπεζας της Ελλάδος







































































































