Στην Κηφισιά υπάρχει μια πολιτιστική εταιρεία ονόματι «Πύρνα» η οποία οργανώνει διαλέξεις και άλλες δραστηριότητες με εισιτήριο. Την εποχή της πλασματικής ευδαιμονίας της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή μέχρι πριν από τρία χρόνια, που ζούσαμε χωρίς χαράτσια, χωρίς αυτοκτονίες, χωρίς μνημόνια, θυμάμαι τον εαυτό μου να παρακολουθεί διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα στο χώρο της Πύρνας. Ομιλίες για την ιστορία, τη φιλοσοφία, εκθέσεις, βραδιές κεφιού, εκδρομές. Αθώοι που ήμασταν όλοι τότε… Και τα χρόνια κύλησαν σαν το νεράκι, και ξυπνήσαμε ένα πρωί φτωχοί. Πρωτοφανείς καταστάσεις, τουλάχιστον για τη γενιά μου που δεν είχε γνωρίσει τη γερμανική Κατοχή, έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μας. Συσσίτια για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, κοινωνικά παντοπωλεία, στημένες έξω από τις εκκλησίες ελληνικές οικογένειες να σου απλώνουν το χέρι, ομολογώντας, με θρυμματισμένη την όποια αξιοπρέπεια, ότι είναι οικογένεια ανέργων και δεν έχουν να φάνε ψωμί.
Η Ελλάδα περνάει ανθρωπιστική κρίση; Γίναμε σχόλιο στο διεθνή Τύπο, και πειραματόζωο στη ζώνη του ευρώ. Ο σκοπός του άρθρου αυτού δεν είναι να αναλύσει τα αίτια, προς άλλη κατεύθυνση θα στρέψω τα «βόλια» μου. Όλα τα χρόνια της οικονομικής ευμάρειας, υπήρξαν οι λεγόμενοι «άνθρωποι του συστήματος» στην τέχνη. Τι εννοώ; Θεωρώ ότι οι Έλληνες είμαστε λαός αρκετά φιλότεχνος, υπάρχει μια ρήση που το περιγράφει παραστατικά: «Οι μισοί Έλληνες γράφουν, και οι άλλοι μισοί ζωγραφίζουν». Οι μισοί Έλληνες είναι ποιητές, και οι υπόλοιποι ζωγράφοι, για να μη μιλήσουμε για τα σούργελα που επιδιώκουν να γίνουν τραγουδιστές, διαθέτοντας φωνή γαϊδάρου – και ας με συγχωρέσει το συμπαθέστατο τετράποδο. Υπό κανονικές συνθήκες, ο ποιητής γίνεται αμέσως ο τρελός του χωριού, που έχει το θράσος να επιδιώκει τη δόξα, αντί να γίνει εργολάβος, μοδίστρα, έμπορος, κομμώτρια, δάσκαλος, ή, αν αντέχουν τα κότσια του, δικηγόρος, μηχανικός ή γιατρός (αναφέρομαι βέβαια και στα δυο φύλα). Περίεργος λαός όμως οι Έλληνες. Από τη μια φιλότεχνοι, και από την άλλη, αν τους ρωτήσεις πόσα βιβλία διαβάζουν το χρόνο, το αποτέλεσμα είναι απελπιστικό (αναφέρομαι στο σύνολο του πληθυσμού βέβαια). Συνέβη λοιπόν το εξής παράδοξο: στην Ελλάδα της χαμηλής φιλαναγνωσίας, τα τελευταία χρόνια κάποιοι κατόρθωσαν να «πουλήσουν τα βιβλιαράκια τους». Τα ονόματα είναι γνωστά. Και το κατόρθωσαν βέβαια, όχι με την αδιαμφισβήτητη ποιότητα της τέχνης τους (τεράστιο θέμα η κριτική της τέχνης) όσο με τη στενή, στενότατη σχέση τους με κέντρα εξουσίας. Ήτανε φίλοι υπουργών, μέλη πολιτικών κομμάτων, και είχανε σίγουρο πόδι και εξασφαλισμένη πρόσβαση στα media, που αποτελούν βεβαίως την απόλυτη εξουσία. Αρθρογράφοι σε παντοδύναμα εκδοτικά συγκροτήματα, έκαναν γνωστή τη φάτσα τους και την υπογραφή τους. Συμμετείχαν ως «υψηλοί προσκεκλημένοι» σε εκπομπές γνώμης, για να φτάσουν στο σημείο να δημιουργούνται ειδικές εκπομπές προς τιμήν τους, τα γνωστά «δοξάστε με». Και όλα αυτά στη δημόσια τηλεόραση, που την πληρώνατε τόσα χρόνια εσείς κι εγώ.
Το καλοκαίρι που μας πέρασε, συνέβη ένα θλιβερό, θλιβερότατο γεγονός. Ένα δεκαοχτάχρονο παιδί από το Περιστέρι, ο άτυχος Θανάσης, «συνελήφθη» χωρίς εισιτήριο στο λεωφορείο της γραμμής. Μετά από λεκτικό διαξιφισμό που είχε με τον ελεγκτή που τον «συνέλαβε» (παρεμπιπτόντως, η σύλληψη πολίτη από ελεγκτή εισιτηρίων σε μέσο μεταφοράς είναι παράνομη) πετάχτηκε αποδεδειγμένα έξω από το λεωφορείο, με αποτέλεσμα να σκοτωθεί. Την ίδια μέρα του φοβερού γεγονότος, η κυρία Λένα Διβάνη έγραψε κάτι σχετικό σε μέσο ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, παίρνοντας θέση υπέρ του συστήματος που επιβάλλει τόσο ακριβά εισιτήρια, που φορολογεί ανελέητα τους πολίτες, χαρακτηρίζοντας το άτυχο παιδί «τζαμπατζή». Έγινε χαμός. Αμέσως της απάντησαν πάμπολλοι πολίτες και αρθρογράφοι, χαρακτηρίζοντας την ίδια ως «τζαμπατζού», εφ’ όσον τόσα χρόνια, ως χαϊδεμένο παιδί του συστήματος, διαφήμιζε τζάμπα τα βιβλία της στα δημόσια media. Δεν είχανε δίκιο;
Καταλήγω λοιπόν, αγαπητοί μου, στην Κηφισιώτικη Πύρνα, η οποία στο φετινό της πρόγραμμα, μεταξύ άλλων, «φιλοξενεί» την κυρία Διβάνη για να μιλήσει και να φωτίσει το κοινό της με διαλέξεις για τη λογοτεχνία και την υψηλή τέχνη της ανάγνωσης. Εγώ προσωπικά, ακόμη και αν είχα την οικονομική δυνατότητα να πληρώνω τις διαλέξεις, δεν θα πήγαινα. Θα προτιμούσα τα χρήματα αυτά να τα δώσω σε ένα φτωχό παιδί (υπάρχουν τόσα και τόσα, πιστέψτε με) που δεν έχει να πληρώσει το εισιτήριο για να βγει και να πάει να ξεσκάσει με την παρέα του. Που είναι καταδικασμένο να κάθεται μέσα, με την άνεργη μάνα, και τον πένητα πατέρα. Ένα δεκαοχτάχρονο παιδί, που το σύστημα το οποίο εκπροσωπεί η κυρία Διβάνη του στέρησε ακόμη και τη δυνατότητα να ονειρεύεται.
●●●
Η Βασιλική Πιτούλη γεννήθηκε στο Βόλο από πατέρα Ηπειρώτη. Είναι καθηγήτρια οικονομολόγος και γαλλικής φιλολογίας στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έχει διδάξει στη Ριζάρειο Σχολή, στα Εκπαιδευτήρια Καργάκου, σε ΙΕΚ, στα Τοσίτσεια-Αρσάκεια Λύκεια και έχει αποσπαστεί στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του δελτίου της Ένωσης Οικονομολόγων Εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση από τα γαλλικά στα ελληνικά για το Κέντρο Μελετών και Τεκμηρίωσης της ΟΛΜΕ. Ήταν εισηγήτρια- συντονίστρια της έκδοσης με τίτλο Αγωγή του Καταναλωτή από τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία τον Μάιο του ΄99 στο πλαίσιο του Επιχειρησιακού Προγράμματος Εκπαίδευσης και Αρχικής Κατάρτισης, καθώς και υπεύθυνη βιβλιοπαρουσίασης-βιβλιοκριτικής στο περιοδικό Το δικό μας βήμα που εκδίδει η Α-Γ ΕΛΜΕ Ανατολικής Αττικής. Σήμερα είναι υπεύθυνη Σχολικής Βιβλιοθήκης. Σε ηλικία 18 ετών βραβεύτηκε σε διαγωνισμό νεανικής ποίησης που οργάνωσε η εφημερίδα Θεσσαλία. Άρθρα και διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι υπεύθυνη σελίδας βιβλίου στην εφημερίδα Αμαρυσία, και μέλος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και της Ενωτικής Πορείας Συγγραφέων. Έχει συμπεριληφθεί στη λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση (έκδοση ΄09). Έργα της: «Και το έρεβος να γίνεται φως», ποιητική συλλογή, «Η είσπραξη της ημέρας», συλλογή διηγημάτων, «Διάλογοι περί έρωτος και άλλων δαιμονίων», Εκδόσεις Δωδώνη. Από την Εμπειρία Εκδοτική κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «Να με λες Άννα», που βραβεύτηκε από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και «Δείπνο εκ προμελέτης».






































































































