Τις ημέρες αυτές συμπληρώνονται 73 χρόνια από τον Οκτώβριο του 1940, τότε που η πατρίδα μας δέχτηκε το ιταλικό τελεσίγραφο και απάντησε: ΟΧΙ. Ευθύς αμέσως το πανίσχυρο, αλλά μεγαλομανές και φασιστικό καθεστώς, χωρίς δικαιολογία έστρεψε τα όπλα του κατά του ελληνικού λαού. Ο πόλεμος που επακολούθησε και οι σκληρές μάχες, που διεξήχθησαν στα βουνά της Πίνδου, αποτελούν σήμερα ιστορία. Και η ιστορία αυστηρή και αδέκαστη έκρινε ότι οι λίγοι και αδύναμοι επεκράτησαν των πολλών και ισχυρών επειδή είχαν το δίκαιο με το μέρος τους και επιπρόσθετα, προγόνους σαν τον Κανάρη, που όταν ερωτήθηκε πως έγινε ήρωας απάντησε: «Πώς έγινα; Εξύπνησα ένα πρωί και είπα: Σήμερα Κωνσταντή θα πεθάνεις». Οι θυσίες βέβαια των Ελλήνων μέχρι την επικράτησή τους υπήρξαν μεγάλες και αιματηρές.
Του Νίκου Καραφωτίου*
Το παρόν ιστόρημα δεν φιλοδοξεί, βέβαια, να περιγράψει το σύνολο των γεγονότων της εποχής εκείνης, αλλά αποτελεί αφιέρωμα στο σύντομο βίο του Ερυθραιώτη Γιώργου Βουβούτση που έπεσε ηρωικά μαχόμενος στα βουνά της Κλεισούρας, την Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 1940, σε ηλικία 30 ετών. Γονείς του ήταν ο Μάρκος Βουβούτοης (1865-1939) και η Μαρία το γένος Μπαρίκου (1878-1941) γηγενείς Μικρασιάτες από το χωριό Λυθρί της Ερυθραίας Χερσονήσου. Εκεί γεννήθηκαν και τα παιδιά τους, ο Κώστας το 1900 και ο Γιώργος το 1910. Ο ήρωας μας τελείωσε στο Λυθρί το Δημοτικό, αλλά δε συνέχισε τις σπουδές του, αφού το 1922 σε ηλικία 12 ετών τον πρόλαβε η λαίλαπα της Μικρασιατικής Καταστροφής. Η προσφυγιά ανάγκασε τον ίδιο και την οικογένειά του να καταφύγουν στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Νέα Ερυθραία, της οποίας υπήρξαν από τους πρώτους κατοίκους, στην οδό 35 αριθμός 4 (σήμερα Ανακρέοντος), σε απόσταση αναπνοής από την πλατεία Πλαστήρα. Ο μικρός Γιώργος από τα πρώτα εφηβικά του χρόνια αγωνίζεται σκληρά στο στίβο της βιοπάλης τη δύσκολη εκείνη εποχή, στην αρχή ως μαθητευόμενος και αργότερα τεχνίτης μαραγκός στο ξυλουργείο του Γ. Παγουλάτου, κοντά στον Πλάτανο της Κηφισιάς.
Ψηλός, γεροδεμένος, μελαχρινός, λιγομίλητος και συνεπής εργαζόμενος όπως αποδεικνύεται και από το βιβλιάριο ενσήμων του που διατηρεί μέχρι σήμερα η οικογένεια του, δεν άργησε να δημιουργήσει και το δική του οικογένεια.
Έτσι, το Νοέμβριο του 1933 παντρεύεται τη γειτονοπούλα του Σοφία Τσαγκέτα από τα Αλάτσατα και σύντομα, το Φεβρουάριο του 1935 αποκτούν το πρώτο τους παιδί, τη Μαρίτσα. Ακολουθεί τον Αύγουστο του 1936, η στράτευσή του στο Πεζικό όπου υπηρετεί στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και συγκεκριμένα στα έργα κατασκευής των οχυρών Ρούπελ, γνωστά ως Γραμμή Μεταξά. Ύστερα από 12μηνη θητεία, επειδή ήταν έγγαμος και πατέρας, απολύεται με διαγωγή αρίστη και επιστρέφει στις οικογενειακές και επαγγελματικές υποχρεώσεις. Αρχές του 1938, αποκτά το δεύτερο παιδί του το Γιάννη ενώ το 1939 χάνει τον πατέρα του και αναλαμβάνει πλέον τη φροντίδα και της χήρας μητέρας του.
Τον Μάιο του 1940 έρχεται στον κόσμο και το τρίτο παιδί, η Υπατία. Ξαφνικά, ύστερα από 5 μήνες, ξεσπάει και στη χώρα μας η παγκόσμια καταιγίδα των καιρών εκείνων. Πόλεμος! Γενική Επιστράτευση. Ο Γιώργος Βουβούτσης καλείται από τους πρώτους, ως έφεδρος οπλίτης πυροβολητής, να υπηρετήσει για μια ακόμη φορά την Πατρίδα. Κατατάσσεται στον 7ο Λόχο του 1ου Συντάγματος Πεζικού που προωθείται ταχέως στο Πολεμικό Μέτωπο και συμμετέχει ενεργά στις αμυντικές, αρχικά και επιθετικές, ακολούθως, επιχειρήσεις του Ελληνικού Στρατού ο οποίος στις 31 Νοεμβρίου καταλαμβάνει την Πρεμετή, στις 10 Δεκεμβρίου το Αργυρόκαστρο και ύστερα από 10 ημέρες εισέρχεται στη Χιμάρα. Σοβαρό εμπόδιο πλέον στην προέλαση των ελληνικών όπλων η στρατηγικής σημασίας κωμόπολη της Κλεισούρας, στις όχθες του ποταμού Αώου, σφηνωμένη μέσα σε βαθιά χαράδρα, ν, περιβάλλεται από ψηλές και απόκρημνες βουνοκορφές ισχυρά οχυρωμένες από τον εχθρό.
Οι μάχες που επακολουθούν εκεί, είναι σκληρές, αμφίρροπες και αιματηρές. Ύστερα όμως από μερικές ημέρες, η πλάστιγγα των συγκρούσεων γέρνει προς την πλευρά των Ελλήνων οι οποίοι, καθώς αρχίζει να κάμπτεται η ιταλική άμυνα, καταλαμβάνουν τα πρώτα οχυρά.
Ο εχθρός για να προστατεύσει τα τμήματά του, βομβαρδίζει και πολυβολεί με αεροπορικές δυνάμεις τις ελληνικές θέσεις.
Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 1940: Ο Γιώργος Βουβούτσης στη σύντομη και σπάνια «ανάπαυλα του πολεμιστή» προλαβαίνει να γράψει και να παραδώσει, στο ταχυδρομείο του Λόχου, ένα γράμμα με παραλήπτη την οικογένειά του. Το γράμμα αυτό το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα, απλό καθημερινό και ανθρώπινο, δεν αναφέρει τίποτα το ηρωικό, διότι προφανώς τα νικηφόρα και επικά κατορθώματα των Ελλήνων είχαν γίνει πλέον γι’ αυτούς υπόθεση ρουτίνας. Άλλωστε οι πραγματικοί ήρωες πάντα ήταν σεμνοί και λιγόλογοι. Απλώς πληροφορεί τη σύζυγό του Σοφία ότι είναι καλά, έλαβε μαζεμένα 6 γράμματά της και την παρακαλεί να του στείλει αρκετά τσιγάρα, τραχανά και πλιγούρι με λίγο μανέστρα για να τα βράζει να ζεσταίνεται, όπως γράφει. Κυρίως, όμως, ζητάει μια οικογενειακή φωτογραφία για να τον συντροφεύει στις ατέλειωτες μοναχικές του ώρες. Συνεχίζει με ευχές για χρόνια πολλά και υγεία το Νέο Έτος και καταλήγει με τη φράση που χρησιμοποιεί σε όλα του τα γράμματα «Σας γλυκοφιλώ όλους».
Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 1940: Στο Λόχο συμβαίνει ένα απρόοπτο γεγονός. Απολύεται αυθημερόν ο στρατιώτης Μιχάλης Θεοδωρίδης (1900 Σαμψούντα – 1963 Άγιος Στέφανος) από το Μπογιάτι, επειδή η γυναίκα του γέννησε το τέταρτο παιδί τους, ένα κοριτσάκι. Φεύγοντας, παίρνει μαζί του το γράμμα που του βάζει στην τσέπη ο Γιώργος Βουβούτσης για να το παραδώσει στην οικογένειά του, στη γειτονική Νέα Ερυθραία.
Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 1940:Η αισθητή βελτίωση των καιρικών συνθηκών κάνει την ημέρα εκείνη ευνοϊκή για αεροπορικές προσβολές. Έτσι το πρωί ξαφνικά εμφανίζεται σμήνος εχθρικών αεροσκαφών που βομβαρδίζουν και πολυβολούν τις ελληνικές θέσεις με ασήμαντα αποτελέσματα και κατόπιν αποχωρούν βιαστικά. Ο Γιώργος Βουβούτσης ορθώνεται στα χαρακώματα και τα παρακολουθεί άφοβα και περιφρονητικά καθώς χάνονται στον ορίζοντα. Αναπάντεχα όμως από την αντίθετη κατεύθυνση εμφανίζονται άλλα τέσσερα εχθρικά αεροπλάνα τύπου ΣΑΒΟΪΑ, που επιστρέφουν από αποστολή προσβολής των Ελληνικών μετόπισθεν. Ένα από αυτά εκτελεί βύθιση και πολυβολεί. Τη σκηνή παρακολουθούν οι υπόλοιποι συμπολεμιστές του, μεταξύ των οποίων κι οι Ερυθραιώτες φαντάροι, Νίκος Γεώργαντζης, Γιώργος Μαγγανάς και Θανάσης Σαρηγκουλές, οι οποίοι του φωνάζουν, ουρλιάζοντας κυριολεκτικά: «Πέσε κάτω Γιώργο! Πρηνηδόν Γιώργο!». Δυστυχώς όμως μια ριπή τον γαζώνει πισώπλατα και το μοιραίο τέλος επέρχεται ακαριαία. Έτσι χάθηκε και έμεινε θαμμένος στα βουνά της Κλεισούρας ο Ερυθραιώτης στρατιώτης Πεζικού Γιώργος Βουβούτσης, μαχόμενος υπέρ βωμών και εστιών για να επαληθευτεί για ακόμη μια φορά το διαχρονικά αιώνιο «Ανδρών Επιφανών Πάσα Γη Τάφος». Στον ήρωα αυτό, ταιριάζουν απόλυτα οι στίχοι του ποιητή: «Με ιδρώτα βρέχει το ψωμί να ζήσει ξέρει με τιμή και να πεθάνει ξέρει».
Κι όμως η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Στον πόλεμο εκείνο όπως εξάλλου και σε κάθε πόλεμο, υπάρχουν και οι λεγόμενες «παράπλευρες απώλειες» που πλήττουν και βασανίζουν με τις τραγικές επιπτώσεις τους στους φίλους και στενούς συγγενείς των πεσόντων στα πεδία των μαχών.
Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 1940, Νέα Ερυθραία. Στο μεσημεριανό τραπέζι ο 3χρονος Γιάννης Βουβούτσης αφήνει ξαφνικά το φαγητό του και ανακοινώνει με ασυνήθιστη σοβαρότητα: «Μαμά ο πατέρας σκοτώθηκε!». «Χριστός και Παναγία, τι είναι αυτά που λες παιδάκι μου», τού απαντά έντρομη η κυρά Σοφία. Αλήθεια, τι τραγική και ανεξήγητη παιδική διαίσθηση…
Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 1940, Νέα Ερυθραία: Ο Μιχάλης Θεοδωρίδης παραδίδει το γράμμα που αναφέραμε στη Σοφία Βουβούτση, η οποία ανύποπτη για την τραγική συμφορά απαντά αμέσως με δικό της, που περιέχει φωτογραφία της με τα παιδιά, συμμορφούμενη μ’ αυτό τον τρόπο στην τελευταία επιθυμία του συζύγου της που είναι ήδη νεκρός αλλά αυτή δεν το γνωρίζει.







































































































