• Πριν αρκετές μέρες, Δευτέρα πρωί, έχω πάρει τον Ηλεκτρικό και κατευθύνομαι προς την Αθήνα.
• Πάω να δω σε δημοσιογραφική προβολή το «Νώε» σε σκηνοθεσία Αρονόφσκι και έχω μια αγωνία επειδή ο σκηνοθέτης μας είχε χαρίσει τον «Μαύρο κύκνο» πριν λίγα χρόνια και μάς είχε προβληματίσει.
• Φοράω τα ακουστικά του smart κινητού μου και ακούω Τρίτο Πρόγραμμα.
• Σκέφτομαι την ταινία που θα δω, προβλέποντας αμαρτίες, κατακλυσμό και σωτηρία των ψυχών, όταν στο σταθμό Μαρούσι μπαίνει και κάθεται απέναντί μου γοητευτική νεαρή με υπερβολική μίνι φούστα.
• Μπήκε η άνοιξη, σκέφτομαι, με το βλέμμα χαμηλωμένο διακριτικά ως Αρσακιάδα.
• Μελαχρινή, μακριά ίσια μαλλιά, καλλίγραμμη και ελκυστική και πλαστικό ποτήρι καφέ στο χέρι, νύχια περιποιημένα, άρα όχι δακτυλογράφος. Τσάντα Γκούτσι και θήκη Λάπτοπ τα αξεσουάρ της.
• Δίπλα της, στη σειρά των πέντε καθισμάτων έρχονται και κάθονται δύο μεσήλικες.
• Ο πρώτος ο μικρότερος, μπουφάν μπλε σκούρο, μπλου τζιν παντελόνι, ακουστικά στ’ αυτιά όπως κι εγώ, πλαστικό ποτήρι καφέ κι αυτός. Ο δεύτερος, κοστούμι, γραβάτα σε αποχρώσεις γκρι, λευκό πουκάμισο, χαρτοφύλακα στο χέρι και ΑΜΑΡΥΣΙΑ.
• Δευτέρα πρωί, πρωί με την ΑΜΑΡΥΣΙΑ του Σαββάτου στο χέρι.
• Μπράβο του.
• Κοιτάζω, μια τον κύριο με την εφημερίδα μας και μια την κοπέλα με το μίνι.
• Εσύ πού θα εστίαζες την προσοχή σου, αγαπητέ μου και ερευνητικέ αναγνώστη;
• Εγώ πάντως, σ’ αυτόν που κρατούσε την ΑΜΑΡΥΣΙΑ.
• Κάτι του λέει ο διπλανός, ο οποίος έχει ρίξει και μια κλεφτή ματιά στα πόδια της μινιφορούσας.
• Χαμηλώνω δολίως τον ήχο του smart μου και τείνω ους ευήκοον, χωρίς να αφαιρέσω τα ακουστικά.
• «Τι βλέπεις;» ρωτάει ο νεώτερος με το μπουφάν.
• Τι να βλέπει; Σκέφτομαι, ρίχνοντας κι εγώ μια κλεφτή ματιά στην είσοδο της άνοιξης.
• «Τι να βλέπω;», απαντά ο κοστουμάτος, σκύβοντας λίγο μπροστά.
• Προφανώς δεν έχει πλήρη θέα.
• «Τι να βλέπω; Θα βγει με τα τσαρούχια ο Πατούλης», παίρνει άλλη τροπή η κουβέντα.
• «Λες, ε;», αναρωτιέται ο νεώτερος και ρουφάει λίγο καφέ.
• «Γιατί; Εσύ τι νομίζεις;»
• «Εγώ πιστεύω ότι ο κόσμος έχει απογοητευτεί με όλη αυτή την κατάσταση και δεν θα ψηφίσει κυβερνητικούς. Θέλει αλλαγή».
• «Κι εγώ θέλω να φύγει ο Πατούλης, αλλά… Πιστεύεις ότι ο κόσμος θα ψηφίσει Μαγιάκη;».
• «Ε, δεν βλέπεις ότι τα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ ανεβαίνουν; Άσε που ο Μαγιάκης έχει στο ψηφοδέλτιό του νέους και άφθαρτους υποψήφιους».
• «Άφθαρτους και άπειρους, φίλε μου, για να μη σου πω και Συριζαίους διαφόρων αριστερών αποχρώσεων».
• «Ξέχασα, εσύ δεν τα πας καλά με τους αριστερούς. Υπάρχει όμως και ο Βλάχος, που έχει δηλώσει μακριά από κόμματα».
• «Πολύ νέος, βρε παιδί μου».
• Βγάζω τα ακουστικά μου και είμαι έτοιμος να μπω στην κουβέντα, με την απορία: Πώς θα γίνει να φύγουν οι παλαιοί πολιτικοί από τη ζωή μας, αλλά να μην έρθουν οι νέοι; Είναι δυνατόν;
• Ετοιμάζομαι να εκφραστώ, όταν η μελαχρινή απέναντί μου με την υπερβολική μίνι φούστα ανασηκώνεται. Είναι και ψηλή, η άτιμη.
• Περνάει μπροστά μας, με τα ατελείωτα πόδια της, ενώ τα μακριά μαύρα μαλλιά της σχεδόν αγγίζουν τα κεφάλια μας, έτσι όπως ανεμίζουν στο ρεύμα των ανοικτών παραθύρων. Ζητά συγγνώμη για να περάσει, με σκοπό να κατέβει στη Νερατζιώτισσα.
• Παραμερίζουμε τα πόδια μας ευγενέστατα και ανταλλάσσουμε ματιές θαυμασμού, κουνώντας και οι τρεις επιδοκιμαστικά τα κεφάλια μας.
• Τουλάχιστον, ένα πράγμα μας βρίσκει σύμφωνους και τους τρεις.
• Μπήκε η άνοιξη!
Άγγελος Πολύδωρος





































































































