Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 07/03/2026
Η αποτελεσματικότερη πολιτική προστασία και η θωράκιση των πόλεων από τις φυσικές καταστροφές εξακολουθεί να συνιστά την ίσως πιο «καυτή» αυτοδιοικητική ατζέντα των τελευταίων χρόνων, ειδικά μετά από τις αλλεπάλληλες τραγωδίες ακόμη και με απώλεια ανθρώπινων ζωών, πέρα από την περιβαλλοντική και πολεοδομική ζημιά που προκάλεσαν τα προηγούμενα χρόνια.
Ειδικά τους τελευταίους μήνες παρατηρείται ένας οργασμός ενεργειών και πρωτοβουλιών σε αυτό το επίπεδο, με αποκορύφωμα την ψήφιση από τη Βουλή του νομοσχεδίου «Ενεργή Μάχη» του Υπουργείου Πολιτικής Προστασίας και πιο πρόσφατες ειδήσεις τη διεξαγωγή του διήμερου συνεδρίου της ΚΕΔΕ με επίκεντρο την πολιτική προστασία και τις νέες τεχνολογίες στον συγκεκριμένο τομέα, καθώς και την πρώτη προκαταρκτική σύσκεψη υπό τον υπουργό Γιάννη Κεφαλογιάννη σε καθαρά υπουργικό και υπηρεσιακό επίπεδο (δίχως παρουσία αυτοδιοικητικών δηλαδή) ενόψει της αντιπυρικής περιόδου που ξεκινάει σε δύο μήνες.
Εμείς θα σταθούμε σε μια αντίφαση που εντοπίσαμε και μας προξένησε ιδιαίτερη εντύπωση. Πριν μερικές ημέρες η «Ενεργή Μάχη» έγινε νόμος του κράτους, με τους εκπροσώπους της ΚΕΔΕ στις σχετικές επιτροπές της Βουλής να «επικυρώνουν» με την τελική τους έγκριση το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, μετά και τις παρατηρήσεις και προτάσεις που υπέβαλαν κατά τη δημόσια διαβούλευση που προηγήθηκε. Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Παιανία, είδαμε ότι το κυριότερο συμπέρασμα που εξήχθη από την ομολογουμένως πλούσια θεματική του με δεκάδες έγκριτους ομιλητές, ήταν ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρειάζεται πόρους και στελέχωση για να μπορέσει να αντεπεξέλθει ουσιαστικά στις απαιτήσεις για αποτελεσματικότερη πολιτική προστασία.
Η αντίφαση λοιπόν που προκύπτει εδώ είναι εμφανής: Πώς γίνεται η ΚΕΔΕ να δηλώνει σύμφωνη με το τελικό περιεχόμενο της «Ενεργής Μάχης», ενώ λίγο μετά διαπιστώνει (για πολλοστή φορά) ότι υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις και ανάγκες για να μπορεί να λειτουργήσει σωστά; Πόσω μάλλον όταν ένα σημαντικό μέρος του νομοσχεδίου αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα αλλά και δημιουργεί νέες απαιτήσεις για τον ρόλο της Αυτοδιοίκησης και τη συνεργασία της με το κεντρικό κρατικό δίκτυο πολιτικής προστασίας.
Δηλαδή για μια ακόμη φορά βλέπουμε τη διοίκηση της Ένωσης από τη μια να είναι σχεδόν υποτονική στις διεκδικήσεις της όταν επικοινωνεί ευθέως με την κεντρική διοίκηση και από την άλλη στις εσωτερικές της διεργασίες να περνάει το προφίλ των δυναμικών αιτημάτων προς την κυβέρνηση.
«Και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ» δηλαδή, που λέει κι ο λαός μας. Κι όσο αυτή η διπλή προσέγγιση εξακολουθεί, το πιθανότερο είναι ότι οι Δήμοι θα εξακολουθούν να πονοκεφαλιάζουν σε κάθε νεροποντή ή πυρκαγιά που καλούνται να αντιμετωπίσουν.







































































































