Γράφει ο Αλέξανδρος Καζαντζίδης – Από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής Αμαρυσίας, φύλλο Χαλανδρίου – Αγίας Παρασκευής – Παπάγου – Χολαργού – 15/04/2026
Τις προηγούμενες μέρες, στα δημοσιογραφικά ρεπορτάζ έδιναν και έπαιρναν οι αναφορές σε προσωπικούς ή συλλογικούς «Γολγοθάδες» και… Αναστάσεις. Eξάλλου, την τελευταία δεκαπενταετία και… πλέον των πολλών μορφών κρίσεων, η επίκληση στα «Πάθη του Ιησού» περίσσεψε.
Η -σχεδόν αθέατη τον περισσότερο καιρό- καθημερινότητα της πλειοψηφίας των πολιτών κέρδισε λίγα λεπτά από τον (πολύτιμο) τηλεοπτικό χρόνο. Τα «κλισέ» ρεπορτάζ για τις δαπάνες των ημερών, που δεν παρέλειψαν τους εμπορικούς δρόμους Χαλανδρίου, Αγίας Παρασκευής και Χολαργού, σκόρπισαν πια μόνο προβληματισμό, ιδίως όταν «πρωταγωνιστούσαν» νονοί & νονές.
Το έθιμο -βρέξει ή χιονίσει- απαιτούσε παπούτσια, λαμπάδα και σοκολατένιο αβγό για τα βαφτιστήρια. Από τα χρόνια των περικοπών σε μισθούς και συντάξεις έως τη σημερινή -ακόμη μεγαλύτερη- ακρίβεια, πολλοί ανάδοχοι ίσως άρχισαν να μετανιώνουν για την αλλοτινή προθυμία… βάφτισης.
Πλέον, τα «βλαστάρια» ξέρουν από μικρή ηλικία να μετράνε την αξία της λαμπάδας ανάλογα με το παιχνίδι που τη συνοδεύει και το οποίο μπορεί να είναι από επώνυμη φιγούρα μέχρι κόσμημα. Όσο για τα παπούτσια, ισχύει με το παραπάνω η… αξιολόγηση. Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά;
Πέρασε, άλλωστε, προ πολλού η εποχή του… Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ο οποίος έγραφε για τη θεία Σοφούλα Κωνσταντινιά, μια εβδομηντάχρονη νησιώτισσα, που ζύμωνε και φούρνιζε κάθε Μεγάλη Εβδομάδα δεκάδες αβγοκουλούρες για τα σαράντα (!) βαφτιστήρια της. Η Σαραντανού, όπως την αποκαλούσαν, άρχισε να βάζει το… λάδι σε πέντε – έξι νήπια, γειτονόπουλα και ύστερα έγινε περιζήτητη, καθώς αποδείχτηκε ότι είχε «καλό χέρι», δηλαδή τα παιδιά τής επιβίωναν, καθώς εκείνη την εποχή θέριζε η ανήλικη θνησιμότητα.
Σήμερα, όμως, η πλειοψηφία των νονών αναγκάστηκε να βάλει νερό στο… πασχαλινό κρασί. Αν δεν «έκοψαν» τελείως την υποχρέωση, αναζήτησαν φτηνότερα παπούτσια ή μία πιο λιτή λαμπάδα. Πιθανότατα, εάν η Σαραντανού ζούσε σήμερα, θα το ξανασκεφτόταν αν έπρεπε να αγοράσει 40 ζευγάρια για τα βαφτιστήρια της. Τότε, μπορούσε να ξεπετάξει την υποχρέωση με… αυγοκουλούρες, πλέον μάλλον όχι.
Δύσκολοι, λοιπόν, παραμένουν οι καιροί για μισθωτούς, συνταξιούχους κι ανέργους, που τους έλαχε η αναδοχή. Η πικρή αλήθεια είναι ότι τα οικονομικά προβλήματα πλέον δεν οδηγούν στην προσέγγιση «φτώχεια και καλή καρδιά», αλλά στη ντροπή και την αποξένωση. Ακόμη και αν βρέθηκαν λίγα χρήματα για μια λαμπάδα, ακολούθησε η επόμενη σκέψη των ακριβών μετακινήσεων, του τσουχτερού πασχαλινού τραπεζιού και μοιραία μετά, η δυσεύρετη… χαρά. Του χρόνου, ευχόμαστε, καλύτερα!







































































































