Ήταν νωρίς, ένα απριλιάτικο απόγευμα και βρισκόμουν στο αυτοκίνητο, επιστρέφοντας από την τότε εργασία μου. Η μέρα είχε μεγαλώσει, ο ήλιος ήταν πλέον φίλος μας, η φύση είχε ανθίσει για τα καλά, μέρες όμορφες, ευχάριστες, αισιόδοξες. Σταματημένος σε ένα φανάρι, χτυπάει το κινητό μου. Απαντώ και ο χρόνος σχεδόν πάγωσε: «Γρήγορα…», «τροχαίο…», «νοσοκομείο…», «πέθανε…», «χειρουργείο…», «δύσκολα…». Μερικές σκόρπιες λέξεις εκείνου του τηλεφωνήματος.
Δύο πολύ αγαπητά μου πρόσωπα, επέβαιναν σε ένα μηχανάκι στην Αττική οδό. Λίγο η ταχύτητα, λίγο ο αέρας, το μηχανάκι ανατράπηκε. Το ένα πρόσωπο έμεινε στον τόπο. Δεν φορούσε κράνος, δυστυχώς. Το άλλο χτύπησε βαριά, πολύ βαριά. Χρειάστηκε να μπει εσπευσμένα στο χειρουργείο. Πολλαπλά κατάγματα, μισόλογα από τους γιατρούς, συστάσεις για υπομονή και… δύσκολα. Όταν φτάσαμε στο νοσοκομείο ήμασταν όλοι μουδιασμένοι.
Μια νοσοκόμα μας ενημέρωσε πως είχε χάσει πολύ αίμα και θα χρειαζόταν να το αναπληρώσουμε. Χωρίς να το σκεφτώ, πήγα στο τμήμα αιμοληψίας, κάθισα στο κρεβάτι και είπα στην νοσηλεύτρια «πάρε όσο χρειάζεσαι». Θυμάμαι, στο δεκάλεπτο αυτό της διαδικασίας, για να φύγει η αγωνία για τον δικό μας άνθρωπο, της έπιασα την κουβέντα. Παρακολουθούσε μια δημοφιλή σαπουνόπερα που παιζόταν εκείνη την εποχή στην τηλεόραση και την έβλεπε και η γιαγιά μου. Τη ρωτούσα για τους ήρωες, την πλοκή, οτιδήποτε για να ξεφύγει το μυαλό μου.
«Έχετε ξαναδώσει αίμα;», με ρώτησε. Ναι, φυσικά, είχα ξαναδώσει. Μάλιστα, τότε συνειδητοποίησα ότι εκτός από τον στρατό, που είχα δώσει δύο φορές για να εξασφαλίσω την σχετική άδεια – ποταπό κίνητρο, το αναγνωρίζω, αλλά ήμουν έξι μήνες στη Λήμνο, ρε παιδιά – είχα δώσει τέσσερις – πέντε φορές και παλαιότερα για γνωστούς και φίλους που βρέθηκαν σε ανάγκη.
Ο άνθρωπος μας τη γλίτωσε, πέρασε φυσικά από πολλά χειρουργεία για να επανέλθει, ενώ το ψυχικό τραύμα της απώλειας δεν έκλεισε ποτέ.
Έκτοτε, βρέθηκα ξανά πάρα πολλές φορές στο κρεβάτι του αιμοδότη. Έδωσα αίμα και αιμοπετάλια για γνωστούς, φίλους, συγγενείς, αγνώστους που βρίσκονταν στην άλλη άκρη της χώρας και είχαν επείγουσα ανάγκη. Όσες φορές χρειάστηκε να δώσω το αίμα μου, άπλωνα με χαρά τις φλέβες μου. Ειρωνεία της τύχης, μια φορά χρειάστηκε ο πατέρας μου, αλλά, δεδομένου ότι είχα ήδη δώσει μόλις λίγες μέρες νωρίτερα για κάποιον άλλο που βρέθηκε σε ανάγκη, μου το απαγόρεψαν. Ευτυχώς, ο αδερφός μου είχε κάβα φιάλες στην μερίδα του και καλυφθήκαμε. Ήταν όμως κι αυτό ένα ακόμα μάθημα.
Η εθελοντική αιμοδοσία του Δήμου Κηφισιάς την Παρασκευή 13 Μαρτίου στο 3ο Δημοτικό Σχολείο της πόλης ήταν μια ακόμα υπενθύμιση. Τέτοιες δράσεις, οφείλουμε να τις προωθούμε και να τις ενθαρρύνουμε. Σημαντικό θεωρώ επίσης ότι γίνεται σε χώρο σχολείου. Είναι μια καλή ευκαιρία, οι εθελοντές γονείς να πάρουν μαζί τα παιδιά τους που φοιτούν στο σχολείο και να τους διδάξουν την αξία του εθελοντισμού και της προσφοράς. Μόνον έτσι μπορούμε να χτίσουμε μια νέα γενιά αιμοδοτών, που, όταν έρθει η ώρα τους, θα προσφέρουν με τη σειρά τους.
Σε μια εποχή που τα πάντα έχουν ευτελιστεί και κρίνονται μόνο με οικονομικούς όρους, ο πλούτος του ανθρώπου φαίνεται στην κοινωνική προσφορά. Η εθελοντική αιμοδοσία μπορεί να φαίνεται μια απλή πράξη, στην πραγματικότητα όμως είναι υψηλή απόδειξη ανθρωπιάς. Για όσους δεν το πιστεύουν, μπορούμε να ρωτήσουμε ανθρώπους που κάποτε την χρειάστηκαν, πόσο «απλή» για τη ζωή τους ήταν αυτή η προσφορά.






































































































