Διάβασα την είδηση σε κάποια ιστοσελίδα ποικίλου περιεχομένου και, ομολογώ ότι την βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρουσα.
Ιδιοκτήτης εστιατορίου σε τουριστική περιοχή της Ισπανίας, δέχθηκε ερώτημα από πελάτη αν μπορεί να κάνει κράτηση την περασμένη Τρίτη. Εκείνος, ευγενέστατα του απάντησε ότι πολιτική του μαγαζιού είναι να μην δέχεται κρατήσεις, αφετέρου το κατάστημα Δευτέρα και Τρίτη μένει πάντα κλειστό. Στην ερώτηση του πελάτη, «μα καλά, κλείνετε καλοκαιριάτικα;», ο ιδιοκτήτης απάντησε επίσης φυσικά πως ναι, κλείνουμε γιατί πρέπει οι εργαζόμενοι να πάρουν τα ρεπό τους. «Σε αυτή την επιχείρηση έχουμε εργαζόμενους, όχι σκλάβους», ήταν η ακριβής απάντησή του, με την πρόσθετη εξήγηση ότι το καλοκαίρι οι βάρδιες είναι πολύ απαιτητικές και οι άνθρωποι, που παρεμπιπτόντως δεν είναι μηχανές, χρειάζονται ξεκούραση.
Φτάσαμε, λοιπόν, στα μισά του καλοκαιριού και, κακά τα ψέματα, το μυαλό σταδιακά αρχίζει να… μεταναστεύει προς παραθεριστικούς προορισμούς. Η αντίστροφη μέτρηση για τις καλοκαιρινές διακοπές όλων μας, έχει ήδη ξεκινήσει – κάποιοι ήδη τις απολαμβάνουν – και, όσο να’ ναι, μια κάποια πνευματική χαλάρωση, σε συνδυασμό με την σωματική κόπωση μιας ακόμα εξοντωτικής χρονιάς, που δεν οδήγησε πουθενά, έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της.
Μαζί με τις αποσκευές μας, ωστόσο, δεν θα πρέπει να ξεχάσουμε να πάρουμε μαζί και του κανόνες καλής συμπεριφοράς που (ούτως ή άλλως επιβάλλεται να) διαθέτουμε. Μην λησμονούμε πως εκεί που εμείς θα παραθερίσουμε και θα απολαμβάνουμε την χαλάρωσή μας, κάποιοι άλλοι θα εργάζονται και, μάλιστα, πολύ σκληρά και υπό δύσκολες και συχνά εξαντλητικές και άδικες συνθήκες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας, στην Ελλάδα πάνω από το 65% των καταγγελιών, έρχονται από τον χώρο της εστίασης και των καταλυμάτων. Η τουριστική περίοδος είναι η οικονομική ναυαρχίδα της ελληνικής οικονομίας, ωστόσο, η συντριπτική πλειονότητα των εργοδοτών φαίνεται πως αντιμετωπίζουν τους εργαζόμενους ως σκλάβους χωρίς δικαιώματα, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς ανάγκες.
Την ίδια ώρα, μια πρώτη αντίδραση της κοινωνίας είναι η άρνηση να αποδεχθεί αυτή την πραγματικότητα. Φέτος, σύμφωνα με τα στατιστικά, την ώρα που τα στοιχεία δείχνουν αναμενόμενη κατακόρυφη αύξηση εισροών, η τουριστική περίοδος στην Ελλάδα ξεκίνησε με περίπου 85.000 κενές θέσεις εργασίας. Με την ανεργία να καλπάζει στη χώρα μας, είναι ένα συγκλονιστικό μέγεθος.
Και, όχι, τα κενά αυτά δεν οφείλονται στο γεγονός ότι «ο κόσμος δεν θέλει να δουλέψει», όπως διατείνονται ορισμένοι, στερούμενοι ηθικής αφετηρίας. Προφανώς και ο κόσμος θέλει να δουλέψει. Έχει και επιθυμία και ανάγκη να δουλέψει. Έχει, όμως και αξιοπρέπεια. Είναι ενθαρρυντικό που μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού δεν ξεπουλάει την αξιοπρέπειά της και αρνείται να γίνει «δουλικό» σε άξεστους και αγενείς εργοδότες ή επισκέπτες, για κάποια ελάχιστα ευρώ που δεν φτάνουν ούτε για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες τους.
Αν δημιουργηθούν συνθήκες εργασίας με ανθρώπινο ωράριο, ασφάλιση, αξιοπρεπείς αμοιβές και καταλύματα που δεν φοβάσαι να σε φάνε τα ποντίκια αν σε πάρει ο ύπνος, οι κενές θέσεις θα μειωθούν κατακόρυφα. Αλλά, αυτή είναι μια συνθήκη που αφορά και όλους τους κλάδους εν γένει.
Υπάρχει, όμως, και η δική μας ευθύνη ως «τουρίστες». Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε ότι οι εργαζόμενοι στους προορισμούς που παραθερίζουμε, είναι εκεί για να μας εξυπηρετήσουν και όχι να μας υπηρετούν. Θα ήθελαν κι εκείνοι να ξυπνήσουν με την ησυχία τους, με το καφεδάκι και την οικογένειά τους, να κολυμπήσουν, να διαβάσουν το βιβλίο τους, να χαλαρώσουν όπως όλοι. Όμως, είναι εκεί για να εξυπηρετήσουν όλους τους υπόλοιπους, πολλοί μάλιστα, χωρίς να έχουν να περιμένουν κάτι περισσότερο είτε μισθολογικά είτε, πολύ περισσότερο, ως ηθική αναγνώριση από τις εργοδοσίες τους.
Ένα όμορφο χαμόγελο, ένας καλός λόγος, μια απόδειξη του ότι κι εμείς αναγνωρίζουμε την παρουσία τους και τον κόπο τους, θα ήταν ίσως μια καλή αρχή για να δείξουμε την όποια συμπαράστασή μας σε αυτούς τους συμπολίτες μας που την ώρα που εμείς θα απολαμβάνουμε ήλιο, θάλασσα και γυμνασμένα κορμιά, εκείνοι θα λιώνουν στον καύσωνα για να μην μας λείψει τίποτα.
Δεν είναι απλώς υποχρέωση. Είναι καθήκον μας ως πολίτες και ως άνθρωποι που δεν έχουμε χάσει όλες τις αξίες μας.









































































































