Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 08/08/2026
Πόρτο Γερμενό, Ψάθα, Άγιος Βασίλειος… Τρεις επίγειοι παράδεισοι μόλις 50 λεπτά από την Αθήνα, κατά μέσο όρο. Κατάφυτοι, με παρθένα και απάτητα δάση, με κρυστάλλινες θάλασσες. Ο γράφων πέρασε τα περισσότερα παιδικά και εφηβικά του καλοκαίρια σε αυτή την ακτογραμμή. Όταν ακόμη υπήρχε χωματόδρομος που οδηγούσε στην Ψάθα, πριν ασφαλτοστρωθεί κάπου μέσα στη δεκαετία του ’90.
Όλα αυτά τα χρόνια, μέχρι προ ημερών, κοινή σκέψη και φόβος όλων όσοι απολάμβαναν αυτή την πανδαισία της φύσης ήταν μια: «Ας προσευχόμαστε να μην πιάσει καμιά μεγάλη πυρκαγιά, γιατί θα καούν τα πάντα».
Ο τόπος βάστηξε γερά για πολλές δεκαετίες. Οι κατά καιρούς πυρκαγιές που ξεσπούσαν έγινε εφικτό να σβηστούν δίχως να προξενήσουν κάποια τεράστια καταστροφή. Το καλοκαιρινό «φλερτ» μαζί της όμως κρατούσε κάθε χρόνο.
Φέτος οι προσευχές δεν εισακούστηκαν. Το πρωινό της Παρασκευής 31 Ιουλίου έμελλε να προσθέσει μια από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία των φυσικών καταστροφών της χώρας και ειδικότερα της Βοιωτίας και της Αττικής.
Δεν θυμόμαστε καμία περίπτωση πυρκαγιάς σε αυτό το γεωγραφικό σημείο που να κράτησε τουλάχιστον 5 μερόνυχτα, καίγοντας τον απίστευτο φυσικό πλούτο της περιοχής και εκατοντάδες σπίτια, με τις πυροσβεστικές δυνάμεις και τον μηχανισμό πολιτικής προστασίας να είναι σχεδόν ανήμποροι να τη σταματήσουν. Δυστυχώς, η έντονη πίεση χρόνου και η εντατικοποίηση της ρίψης νερού από ελικόπτερα και ελάχιστα από αεροπλάνα στα «παράθυρα» που άφηναν οι ισχυροί άνεμοι, έφερε και την ανείπωτη τραγωδία της εναέριας σύγκρουσης δύο ελικοπτέρων την ώρα της κατάσβεσης, Δύο νεκροί και δύο ελαφρά τραυματίες προστέθηκαν στους τρεις νεκρούς πυροσβέστες σε Ρέθυμνο και Γύθειο.
Μια απόλυτη ανθρώπινη και περιβαλλοντική καταστροφή που θα σημαδέψει για πολλά χρόνια την Αττικοβοιωτία, με βαθιές πληγές που η επούλωσή τους θα πάρει πολύ χρόνο. Ουσιαστικά τίποτα δεν θα είναι όπως παλιά…
Αλλά αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Διότι η Πολιτεία θα έχει μια ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν είναι μόνο θεατής και ακόλουθος των καταστάσεων, ότι θα ξεφύγει από τις «καταραμένες» διαβεβαιώσεις περί «πλήρους ετοιμότητας» και «πρόληψης» που σχεδόν πάντα διαψεύδονται στην πράξη οικτρά.
Θα έχει την ευκαιρία να μπει στις καμένες εκτάσεις και να φτιάξει αντιπυρικές ζώνες και δρόμους. Να στήσει περισσότερες δεξαμενές. Να αναδιατάξει και να ενισχύσει τις πυροσβεστικές δυνάμεις και τις αντίστοιχες υποδομές. Να επιβλέψει την πολεοδομική τάξη. Να αλλάξει τις κείμενες διατάξεις και προβλέψεις στις Δασικές Υπηρεσίες.
Διότι η φύση θα αναταχθεί. Και ίσως πιο σύντομα απ’ όσο περιμένει κανείς. Μια ματιά στη Βόρεια Εύβοια μόλις 4 χρόνια μετά την επίσης τεράστια πύρινη καταστροφή της, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Αλήθεια, εκεί έχει γίνει κάτι απ’ όσα περιγράψαμε πιο πάνω; Μπορούμε να υποθέσουμε την απάντηση…
Η Αττική φτάνει στα όριά της. Το ποσοστό πρασίνου και δασών που έχει απωλέσει τα τελευταία χρόνια είναι αδιανόητα τεράστιο. Οι απώλειες ανθρώπων που έχουμε θρηνήσει θυμίζουν απώλειες μάχης. Άγνωστος ο αριθμός ζώων που χάθηκαν. Οι περιουσίες που καταστράφηκαν είναι εκατοντάδες.
Και το κράτος να βασίζεται σε εποχικούς πυροσβέστες και νοικιασμένα ελικόπτερα… Με ασκήσεις επί χάρτου και ατελείωτες συντονιστικές συσκέψεις. Δίχως καμία πραγματική οχύρωση και γραμμές άμυνας μέσα στον περιβαλλοντικό ιστό. Με χιλιάδες οργανικές θέσεις πυροσβεστών κενές. Και πυροσβέστες που φωνάζουν για όλα αυτά να διώκονται από τα ΜΑΤ στις διαμαρτυρίες τους.
Η Δυτική Αττική έχει μπει στην «εντατική» για χρόνια. Η Ανατολική και Βόρεια Αττική προσπαθούν να ανανήψουν. Τουλάχιστον η «θεραπεία» ας γίνει επιτέλους με τη σωστή αγωγή αυτή τη φορά. Δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια…







































































































