Γράφει ο Γιώργος Αράπογλου– Από την έντυπη έκδοση της Καθημερινής Αμαρυσίας – φύλλο Κηφισιά-Διόνυσος 18/09/2026
Η μεγαλύτερη κληρονομιά που άφησε η μεγάλη Εθνική Ομάδα μπάσκετ του 1987, πέρα από το χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ, ήταν ότι για τα επόμενα αρκετά χρόνια, οι γειτονιές γέμισαν μπασκέτες και χιλιάδες παιδιά ξεχύθηκαν στους δρόμους με μια πορτοκαλί μπάλα, με το όνειρο κάποτε να μοιάσουν στον Γκάλη, το Γιαννάκη και τα άλλα παιδιά.
Το θυμάμαι έντονα αυτό το συναίσθημα, γιατί, παιδί εκείνης της γενιάς, έχω επενδύσει αμέτρητες αθλητώρες στους δρόμους, προσπαθώντας να σκοράρω σε μια, συνήθως αυτοσχέδια μπασκέτα, από μια ρόδα ποδηλάτου και διχτάκια από τα τσουβάλια της λαϊκής, μαζί με τους φίλους μου. Μπασκέτες κρέμονταν σε τοίχους, μάντρες, κολόνες, παιδικά δωμάτια. Τα απογεύματα και ιδιαίτερα τα καλοκαίρια στα προαύλια των σχολείων γινόταν σκοτωμός ποιος θα πρωτοπρολάβει.
Τα χρόνια πέρασαν, οι καιροί άλλαξαν, οι πόλεις άλλαξαν, εμείς αλλάξαμε, τα παιδιά μας… τα παιδιά μας προσπαθούμε να μην αλλάξουν κι αυτά, αλλά είναι αλήθεια ότι αυτή η αποστολή είναι εξαιρετικά δύσκολη.
Το τσιμέντο μας κατάπιε. Η Αθήνα έγινε μια αφόρητη πόλη, ασφυκτικά γεμάτη, με προβλήματα, κακοτεχνίες και αστοχίες να ξεχειλίζουν. Μεταξύ μας, ακόμα και να μην υπήρχε η οικονομική και κοινωνική κρίση, που διέλυσε τις ζωές και το μέλλον μας, η πολεοδομική κρίση και πάλι θα έκανε την κατάσταση πολύ πιο δύσκολη.
Οι αλάνες χάθηκαν, οι δρόμοι είναι εξαιρετικά επικίνδυνοι για να μπουν μπασκέτες και οι αυλές πλέον είναι κι αυτές ανύπαρκτες. Μοναδικές επιλογές για να αθληθούν τα παιδιά είναι οι ελάχιστοι πλέον αθλητικοί χώροι στους Δήμους, που κι αυτοί δεν επαρκούν για να καλύψουν τις ανάγκες ούτε των συλλόγων τους.
Παρακολουθώντας πριν μερικές μέρες τη συνέντευξη Τύπου του προέδρου και του προπονητή του Πανερυθραϊκού, με έπιασε μια περίεργη μελαγχολία. Από αυτές που δεν ξέρεις αν έχουν τελικά γλυκιά ή πικρή γεύση. Γλυκιά, πολύ περισσότερο γιατί βλέπω μια προσπάθεια μιας ομάδας που έχει τις ρίζες της στη γειτονιά της, είναι σημείο αναφοράς για τα παιδιά – περίπου 320 είναι στις ακαδημίες της – και πλέον ονειρεύεται ψηλά. Και αυτό μόνο θετικό μπορεί να είναι. Γλυκιά επίσης γιατί είδα έναν προπονητή που όχι απλώς γράφει ιστορία, αλλά αποτελεί παράδειγμα αφοσίωσης και συνεργασίας. Ο Δημήτρης Χουχουλής συμπληρώνει 27 χρόνια στον πάγκο της ομάδας και αυτό είναι από μόνο του εντυπωσιακό. Και δηλώνει επίσης και τον τρόπο λειτουργίας και τη φιλοσοφία της ομάδας. Μια φιλοσοφία που στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, την υπομονή και τον σεβασμό. Αρετές όχι δεδομένες σε κανέναν τομέα της ζωής.
Πικρή, ωστόσο, γιατί είδα και την δική τους στενοχώρια στα μάτια τους. «Δεν υπάρχουν χώροι». «Τα παιδιά είναι τόσα πολλά που, χαιρόμαστε μεν, αλλά δεν μπορούμε να το υποστηρίξουμε». «Αν ανέβουμε στην GBL, θα προσπαθήσουμε και πιστεύουμε ότι δεν θα χρειαστεί να φύγουμε από την πόλη». Φανταστείτε το να συμβαίνει. Μια ομάδα της γειτονιάς, εκπληρώνει ένα μεγάλο όνειρο και φτάνει να παίζει με μερικές από τις πιο μεγάλες ομάδες της Ευρώπης. Και για να το κάνει αυτό, ίσως θα πρέπει να φύγει από τη γειτονιά της. Και η γειτονιά; Πώς θα γευτεί άραγε αυτή τη χαρά που την περίμενε χρόνια;
Και αυτό είναι μόνο ένα από τα άπειρα αντίστοιχα παραδείγματα σε όλες τις γειτονιές, κυρίως του Λεκανοπεδίου. Δεν μιλάμε μόνο για ομάδες που κάνουν πρωταθλητισμό. Μιλάμε για κύτταρα που κρατούν τα παιδιά μας στον αθλητισμό, σε μια καλύτερη ζωή, σε μια πορεία να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.
Οι Δήμοι, είναι αλήθεια, δεν μπορούν να κάνουν πολλά πράγματα. Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να πιέσουν με όποιον τρόπο μπορούν. Στην Κηφισιά και τη Νέα Ερυθραία ήδη έχουν γίνει κάποια σημαντικά βήματα για την δημιουργία νέων χώρων άθλησης και υπάρχει η πρόθεση να γίνουν ενέργειες και για περισσότερα. Δεν λύνουν το πρόβλημα, αλλά δίνουν μεγάλες λύσεις και αυτό οφείλουμε να το σημειώσουμε.
Οι δυνατότητες είναι περιορισμένες. Η Πολιτεία πρέπει να ασχοληθεί σοβαρά. Αλλά, η Πολιτεία έχει ως συνήθως άλλες προτεραιότητες.
Το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε είναι ότι οι άνθρωποι που αναμιγνύονται με τον αθλητισμό, θα συνεχίσουν να παλεύουν με τις δυνάμεις που διαθέτουν, να κρατούν όλο και περισσότερα παιδιά και να τους δίνουν ευκαιρίες άθλησης, ψυχαγωγίας και εκτόνωσης.
Μπασκέτες στους δρόμους και τις κολόνες μπορεί να μην μπορούμε να βάλουμε πια, αλλά τουλάχιστον, ας γεμίσουμε τις ομάδες με αθλητές που ονειρεύονται μια μέρα να σκοράρουν στα μεγάλα παρκέ. Θα είναι κι αυτή μια νίκη προς μια καλύτερη κοινωνία.








































































































