Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 05/09/2026
Η φρίκη που αναδύθηκε από το διαμέρισμα της οδού Θάσου στην Κυψέλη δεν είναι κάτι που μπορεί να διαχειριστεί ο ανθρώπινος νους και το συναίσθημα, είναι σχεδόν αδύνατο για έναν υγιή νου.
Το χειρότερο είναι ότι επέκτεινε κι άλλο το μέγεθος της απανθρωπιάς, προστιθέμενη σε ειδεχθέστατα εγκλήματα που όλοι βιώνουμε με μεγαλύτερη συχνότητα (και) στη χώρα μας εδώ και αρκετά χρόνια. Εγκλήματα τα οποία όλο και περισσότερο -κι αυτό είναι το τρομακτικότερο όλων- περιλαμβάνουν βρέφη και παιδιά…
Στη σοκαριστική περίπτωση της Κυψέλης, η σύνθεση όσων μετείχαν (εκόντες – άκοντες) σε αυτό το νοσηρό περιβάλλον, είναι αντιπροσωπευτική του σημερινού προβλήματος. Ένας Έλληνας με σοβαρό παραβατικό παρελθόν, μια Eυρωπαία υπήκοος εκ Γερμανίας, ένας Αφγανός που μέλλει να αποδειχθεί αν ήταν νόμιμα ή παράνομα στη χώρα μας και τρία ανήλικα παιδιά, για δύο εκ των οποίων ακόμη δεν έχει αποδεχθεί αν είναι τέκνα της συλληφθείσας κι αν όχι, από πού προήλθαν. Κι όλα αυτά με τη μητέρα και την ανήλικη κόρη σε κατάσταση εγκυμοσύνης και το μικρότερο από τα δύο αγόρια να διαγιγνώσκεται με σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα σε ηλικία… 9 ετών. Το αδιανόητο σκηνικό πλαισιώνουν ναρκωτικά, σεξουαλικά βοηθήματα, κάμερες web και σύμφωνα με τα στόματα που άνοιξαν από τη γειτονιά, αρκετούς ανθρώπους να μπαινοβγαίνουν στο διαμέρισμα – κόλαση.
Γιατί «αντιπροσωπευτική»;
Σε μια κοινωνία η οποία έχει χωριστεί σε «ταμπέλες», σπαράζεται από πολιτικά και κοινωνικά στερεότυπα και οι ιδεολογικές προσεγγίσεις από πεδίο γόνιμου διαλόγου έχουν εξελιχθεί σε πεδίο μάχης, ελάχιστοι είναι εκείνοι που αντιλαμβάνονται με ρεαλισμό την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί.
Όπως σε κάθε πληθυσμό, έτσι και στον ελληνικό, υπήρχε παραβατικό κομμάτι και πριν το άνοιγμα των συνόρων και τη μεταναστευτική κρίση. Δεν είμαστε ο αναμάρτητος και καθαρός λαός που «μολύνθηκε» από τους ξένους κι ότι όλα ήταν καλύτερα στο παρελθόν, όπως υποστηρίζουν οι «μεν». Ούτε όλοι οι μετανάστες (νόμιμοι ή παράνομοι) που εισέρχονται στη χώρα είναι άμεμπτοι και πρέπει να αντιμετωπίζονται με πλήρη ανοχή και αποδοχή, όπως υποστηρίζουν οι «δε». Έχουν κι εκείνοι τα ποσοστά παραβατικότητας που αντιστοιχούν στους πληθυσμούς που εισέρχονται στην Ελλάδα.
Εδώ είναι το τεράστιο πρόβλημα. Όταν στο γηγενές παραβατικό, εκληματικό διεστραμμένο, διαταραγμένο κ.λπ. ποσοστό προστίθεται και το αντίστοιχο από το εξωτερικό, απλά το σύνολο μεγαλώνει. Άρα η συχνότητα των εγκλημάτων πυκνώνει και η πιο ακραία εκδοχή τους από σπάνια γίνεται συχνότερη.
Την ίδια στιγμή, η Αστυνομία και η Ασφάλεια εξακολουθούν να υποδέχονται πάνω – κάτω τον ίδιο πεπερασμένο αριθμό προσωπικού. Που σημαίνει ότι η συσχέτιση πρόληψης – αποτροπής – σύλληψης σε σχέση με την εγκληματικότητα, είναι απόλυτα ετεροβαρής υπέρ της δεύτερης. Είτε πρόκειται για αποσπασματικό είτε για οργανωμένο έγκλημα.
Το κάδρο αποκτά ακόμη πιο γκρίζα χρώματα με την υπόθεση της δημόσιας υγιεινής και της κατοικίας. Στην περίπτωση της Αθήνας π.χ. την περίοδο των μνημονίων οι ιδιοκτήτες διαμερισμάτων που είχαν απόλυτα ανάγκη χρημάτων νοίκιαζαν σχεδόν «στα τυφλά» διαμερίσματα στο κέντρο της Αθήνας έστω και για 200 – 300 ευρώ το μήνα, με αποτέλεσμα να διαβιούν σε αυτά πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι, με μεταβατική νοοτροπία και ως εκ τούτου καμία διάθεση να φροντίσουν τον χώρο τους που απλά τον θεωρούσαν προσωρινό σταθμό. Αποτέλεσμα; Αποσύνθεση στο εσωτερικό, διαλυμένες αποχετεύσεις, σκουριασμένα λούκια, παντζούρια, κάγκελα, σκουριά, υγρασία, μούχλα. Σε συνδυασμό με την πλήρη εγκατάλειψη των περιοχών αυτών από τον Δήμο, με αποτέλεσμα βρώμικους δρόμους και πεζοδρόμια, η καθημερινή διαβίωση έχει με τα χρόνια καταστεί απόλυτα εχθρική για όσους ζουν και κινούνται σε αυτή. Και όταν το σκηνικό είναι τέτοιο, η επιθετικότητα των ανθρώπων, σε συνδυασμό με οικονομικά προβλήματα, ανεργία, σκληρά μέτρα, ακρίβεια κ.λπ. μεταφράζεται πολλές φορές σε παραβατικότητα και σε έγκλημα, ενίοτε ακόμη και ιδιαζόντως απεχθούς. Από Έλληνες και ξένους επαναλαμβάνουμε, για να μην ξεχνιόμαστε. Αργότερα ήρθε το Airbnb, όπως στην Κυψέλη, όπου ο ιδιοκτήτης δεν είχε ιδέα ποιοι ζούσαν στο διαμέρισμά του, αρκεί να πληρωθεί στην ώρα του.
Η υπόθεση της οδού Θάσου συνοψίζει με τον πιο αποκρουστικό τρόπο όλα τα παραπάνω, γι’ αυτό και τη χαρακτηρίζουμε αντιπροσωπευτική. Οι συνθήκες διαβίωσης σε μεγάλες περιοχές της χώρας (και ειδικά τις μεγάλες αστικές) είναι τέτοια που ευνοούν όλες τις κοινωνικές παθογένειες. Και ενίοτε τις ενισχύουν στο ανώτατο επίπεδο.
Κι όσο οι πολιτικοί ταγοί και οι πολίτες αυτής της χώρας εξακολουθούν να φθείρονται χωρισμένοι σε πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδα, η αληθινή μάχη για μια κοινωνία ευημερίας και προόδου, βασισμένη στην παιδεία και τις ανθρώπινες αξίες, χάνεται παταγωδώς…









































































































