Ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ και βουλευτής Πειραιά και Νησιών Μανώλης Μπεντενιώτης, κατά τη συζήτηση της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης για την υπόθεση Siemens, τόνισε:
«Η ηθική στην πολιτική και η διαφάνεια στην διακυβέρνηση είναι η πίστη μας. Είναι προεκλογική δέσμευση αλλά και ευθύνη μας. Γι’ αυτό είναι απόφασή μας οποιαδήποτε πράξη παράβασης των κανόνων δικαίου, να οδηγείται στη δικαιοσύνη, παρ’ ότι πιστεύουμε ότι για τον πολιτικό, οποιαδήποτε πράξη αμφισβήτησης και της ηθικής πρέπει να αξιολογείται και να αποφαίνεται γι αυτή ο λαός. Αφού ο λαός είναι η πηγή της εξουσίας και ‘εν ονόματι του λαού’ εκφράζονται όλες οι εξουσίες και για λογαριασμό του λαού λειτουργούν όλες οι εξουσίες.
Όλοι οι ‘μηχανισμοί’ του σημερινού αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος έχουν απαξιωθεί στη συνείδηση του λαού. Οι μεγάλες πολιτικές αποφάσεις επηρεάζονται από εξωκοινοβουλευτικούς παράγοντες, συχνά και εξωθεσμικούς, οι οποίοι χειραγωγούν τους πολίτες και στην εκλογική διαδικασία ακόμα.
Η πολιτική δημοκρατία σήμερα δοκιμάζεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά και γι’ αυτό ίσως απαιτείται μια νέα ‘ανώτερη’ μορφή, η κοινωνική δημοκρατία, η δημοκρατία των πολιτών, ώστε αφού διατηρηθούν οι μέχρι σήμερα κατακτήσεις να τεθούν όλες οι λειτουργίες και οι θεσμοί του κοινοβουλευτικού βίου υπό λαϊκό έλεγχο.
Ακριβώς γι’ αυτό η διαφάνεια στην διακυβέρνηση, το σύστημα της ‘διαύγειας’ που θεσμοθέτησε αυτή η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, είναι αυτή η προσέγγιση της ‘κοινωνικής δημοκρατίας’, της ‘συμμετοχικής δημοκρατίας’, αφού οι πολίτες μπορούν να έχουν γνώση της οποιασδήποτε διοικητικής πράξης, αλλά και μπορούν να έχουν άποψη, πρόταση και παρατηρήσεις σε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αλλά και οποιαδήποτε κοινοβουλευτική διαδικασία, αφού οι κοινωνικοί εταίροι μπορούν και οι διαρκείς επιτροπές της Βουλής, να ‘λειτουργούν’ ως συνεργοί της νομοθετικής εργασίας.
Όμως, πρέπει να συμφωνήσουμε ότι απαιτείται περαιτέρω αποκατάσταση της ‘λαϊκής κυριαρχίας’ που ως συνταγματική επιταγή, δοκιμάζεται.
Απαιτούνται ακριβώς περεταίρω υπερβάσεις, ώστε να μην υπάρχει ‘αυταρχικό κράτος’ ούτε ‘παρακρατικές’ δομές, ούτε ελεγχόμενος κοινοβουλευτισμός, αλλά και ούτε και φαινόμενα λαϊκού εκφασισμού.
Χρειαζόμαστε γνήσιους εκπροσώπους, γνήσια έκφραση της λαϊκής βούλησης και της συμμετοχής των πολιτών, άμεσα και υπεύθυνα, στη διαχείριση των κοινών. Ενώ ακόμα απαιτείται ενδυνάμωση της κοινής γνώμης.
Ο λαός δίκαια απαιτεί πολιτικό διάλογο και συμμετοχή στις αποφάσεις που καθορίζουν το μέλλον του. Γιατί τότε έχουμε και την πλήρη αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας. Οπότε, η διαφθορά που ‘συνοδοιπορεί με την εξουσία’ χιλιετίες τώρα, ελέγχεται, άμεσα, εξοστρακίζεται και αποφεύγεται συνολικά, οπότε η μοιραία ηθική στην πολιτική και διαφάνεια στη δικαιοσύνη είναι πράξη.
Όταν το 1951 καταδικάστηκε ο Π. Χατζηπάνος, ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου Μιχαήλ Σταυρόπουλος, εξέφρασε μια ευχή, «να μην παρουσιασθεί ποτέ πλέον εφαρμογή του νόμου περί ευθύνης Υπουργών και συνεδρίασης Ειδικού Δικαστηρίου».
Όμως, όπως σημειώνει ειδικός μελετητής, ανώτατος δικαστικός,
«Αλλά αυτό απαιτεί ‘πολιτικό ήθος’ και το ήθος καλλιεργείται και διδάσκεται με το παράδειγμα, εξ απαλών ονύχων, από την οικογένεια και το σχολείο».
Στην ιστορία της νεότερης Ελλάδας – 1821 – 2011 – έχουμε περίπου 20 περιπτώσεις παραπομπών πολιτικών, από τις οποίες, τέσσερις καταδικαστικές αποφάσεις. Ο θεσμός της ‘ευθύνης υπουργών’ στο κοινοβουλευτικό καθεστώς είναι διφυής. Μετέχει της πολιτικής και του δικαίου. Της πολιτικής, διότι αφορά σε πρόσωπα, που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έχουν περιβληθεί με τη δημοκρατική νομιμοποίηση, εφόσον έχουν τύχει της ψήφου εμπιστοσύνης της Βουλής.
Μετέχει, όμως, και του δικαίου, διότι οι πράξεις και οι παραλήψεις των υπουργών διέπονται από την αρχή της νομιμότητας.
Έτσι, κάθε προσπάθεια ‘προσέγγισης του θεσμού’, είτε πολιτική είτε ιστορική είναι αυτή, ‘κοινωνεί αναγκαίως των δύο στοιχείων’.
Το σκάνδαλο της Siemens, όπως αυτό περιγράφεται στο σχετικό πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής, είναι αναμφισβήτητα ένα διαχρονικό σκάνδαλο. Μια οργανωμένη λεηλασία του δημοσίου χρήματος. Από αυτή, δε, τη λεηλασία του δημοσίου πλούτου, έχουν γίνει αθέμιτα πλούσιοι επιχειρηματίες, κρατικοί λειτουργοί, αλλά και υπάλληλοι στελέχη της ίδιας της εταιρείας Siemens. Αυτή η αδιαμφισβήτητη αλήθεια έχει γίνει αποδεκτή από την κοινή γνώμη, τεκμηριώσει τα ΜΜΕ, έχει αποτυπωθεί στο πόρισμα της Επιτροπής.
Κι εμείς δεν έχουμε άλλη επιλογή. Πρέπει να παραπέμψουμε στη δικαιοσύνη τον έλεγχο των πράξεων που συνδέονται με το σκάνδαλο.
Η Ν.Δ. αποχωρεί από τη Βουλή για άλλη μια φορά, άλλωστε έχει αποχωρήσει περισσότερες από μια φορές και για το ‘σκάνδαλο Βατοπεδίου’ για να παραγραφούν οι ευθύνες.
Κι επειδή υπάρχουν διάφορες ερμηνείες για παραγραφές και αποσβεστικές προθεσμίες, η διέξοδος είναι η παράγραφος 5 του άρθρου 86 του Συντάγματος. Για οποιονδήποτε περιλαμβάνεται σε οποιαδήποτε ‘έγκληση’ ή παραγραφή, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτησή του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.
Γι’ αυτό εμείς ψηφίζουμε την παραπομπή του σκανδάλου στη δικαιοσύνη.
Για να είμαστε συνεπείς με την ηθική μας, με τη ευθύνη μας, αλλά και με την επιταγή των θεσμών.
Αλλά και η δικαιοσύνη πρέπει να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, γιατί έχει και τις δικές της παραλείψεις, οι οποίες μας έχουν οδηγήσει στην σημερινή απραξία των θεσμών. Γι’ αυτό πρέπει να αναμένουμε την ετυμηγορία της Δικαιοσύνης με εμπιστοσύνη, η κρίση της οποίας πρέπει να είναι δίκαιη, ‘εν … του λαού’.
Για να μην έχουμε άλλα φαινόμενα διαφθοράς.
Για να έχουμε ευνομούμενη κοινωνία.
Για να έχουμε ηθική στην πολιτική».







































































































