«Πρώτο: Η διαγραφή 100 δισ. ευρώ από το ελληνικό χρέος προς τους ιδιώτες συνοδεύεται από τη δέσμευση της Ελλάδας να δανεισθεί το ισόποσο των 100 δισ. ευρώ από τον ευρωπαϊκό μηχανισμό μέχρι το 2014. Δεν πρόκειται για μηδενικό αποτέλεσμα.
Τα 100 δισ. ευρώ παλαιού χρέος σε μεγάλο βαθμό έχουν συναφθεί με βάση την εσωτερική δικαστική δικαιοδοσία και επομένως, παρότι χρέος σε ξένους δανειστές, ανήκουν στο «εσωτερικό χρέος», πολιτικά ευκολότερα διαχειρίσιμο από τη χώρα που δανείζεται. Τα 100 δισ. ευρώ των νέων δανείων, εκ των οποίων μάλιστα 30 δισ. δεν θα πάνε στον δημόσιο προϋπολογισμό αλλά στις τράπεζες, προέρχονται από κοινοτικά και κρατικά κονδύλια, υπόκεινται στη δικαιοδοσία ξένων δικαστηρίων, είναι καθαρό «εξωτερικό χρέος» με πολύ μεγαλύτερες περιπλοκές σε περίπτωση πρωτοβουλιών από τη χώρα που δανείζεται.
Πρόκειται δηλαδή για μια σοβαρότατη επιδείνωση της δανειακής εξάρτησης της Ελλάδας, και στην οικονομική και στην πολιτική διάσταση.
Μακροπρόθεσμη Ύφεση
Δεύτερο: Ο στόχος της σχέσης δανείων προς Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν 120% για το 2020 σημαίνει ότι η Ελλάδα στις αρχές της επόμενης δεκαετίας -ακόμη κι αν φτάσει σε αυτό το στόχο, πράγμα αμφίβολο- θα ξεκινήσει υπερχρεωμένη, με το χρέος κεντρικό οικονομικό πρόβλημα, χωρίς καμιά προοπτική οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Θα έχει σχέση χρέους/ΑΕΠ όσο ακριβώς έχει σήμερα η υπερχρεωμένη Ιταλία που έχει παραγωγική βάση κι αποταμιευτικές δυνατότητες πολύ μεγαλύτερες από της Ελλάδας. Σημαίνει ακόμα ότι η πορεία μέχρι το 2020 θα χαρακτηρίζεται από επιδείνωση της λιτότητας, της ανεργίας, του εισοδηματικού επιπέδου, του παγώματος της οικονομίας.
Η απόφαση της Ε.Ε. αυτή δεν θα προσθέτει ούτε ένα ευρώ σε μισθούς και συντάξεις, ούτε μια θέση εργασίας, αντίθετα θα συνεχίσει να αφαιρεί. Από κοινωνική και οικονομική άποψη επομένως θα επιδεινώσει την κατάσταση για το λαό και τη χώρα.
Εμπειρία διεθνών αποτυχιών
Τρίτο: Τα περισσότερα σημεία της απόφασης της Συνόδου Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι εντελώς αόριστα και παραπέμπονται στο μέλλον, ιδιαίτερα σε σχέση με τις συγκεκριμένες ρυθμίσεις των ιδιωτών κατόχων των ελληνικών ομολόγων. Η εμπειρία από την απόφαση του Ιουλίου 2011 , για την οποία η Κυβέρνηση είχε πάλι πανηγυρίσει, δείχνει ότι υποκρύπτονται διαφορές ουσίας σε σχέση με το τι σημαίνει εθελοντική αποδοχή της μείωσης του χρέους από τους πιστωτές μέχρι ότι είναι ανεφάρμοστη. Το Ινστιτούτο Διεθνούς Χρηματοδότησης συμφώνησε κι όχι οι συγκεκριμένες τράπεζες που πολλές αναμένεται να μη συμφωνήσουν, να το θεωρήσουν «πιστωτικό γεγονός» και να εισπράξουν τα ασφάλιστρα.
Ο τύπος αυτός της συμφωνίας που στηρίζεται στη μερική διαγραφή χρέους, μείωση επιτοκίων, παράταση του χρόνου πληρωμής μέσω ανταλλαγής ομολόγων (τύπου Brady) οδηγεί σε επιδείνωση του προβλήματος. Μετά το 2000 και οι επτά χώρες (Αργεντινή, Περού, Ισημερινός, Βραζιλία, Πολωνία, Ουρουγουάη) που προχώρησαν σε τέτοια διαδικασία, βρέθηκαν μετά λίγα χρόνια με μεγαλύτερο ποσοστό χρέος σε σχέση με το ΑΕΠ και τρεις από αυτές αναγκάσθηκαν να κηρύξουν στάση πληρωμών.
Επιτόκια και ρυθμοί ανάπτυξης
Τέταρτο: Μέσα στις σημερινές διεθνείς οικονομικές συνθήκες καμιά υπερχρεωμένη χώρα δεν μπορεί να βρει τον δρόμο της εξόδου όσο τα πραγματικά επιτόκια για τον δανεισμό της, ακόμα κι αν μειωθούν, είναι μεγαλύτερα από τους ρυθμούς ανάπτυξης της.
Αυτό είναι εξαιρετικά βαρύ για χώρες όπως η Ελλάδα που βρίσκεται για χρόνια σε αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η επανασυσσώρευση του χρέους της είναι περισσότερο βέβαιη, τη στιγμή που δεν προβλέπεται κανένα μέτρο και δεν δημιουργείται καμιά προϋπόθεση για το πέρασμα της χώρας σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης και μάλιστα υψηλούς. Δεν νοείται αντιμετώπιση του χρέους χωρίς ριζική αντιμετώπιση του προβλήματος της ανάπτυξης.
Πραγματική μείωση του χρέους
Πέμπτο: Είναι σαφές ότι η μείωση του πραγματικού χρέους θα είναι μικρό κλάσμα του 50% που ανακοινώθηκε, δεδομένου ότι δεν συμμετέχει στη μείωση το τεράστιο χρέος προς την τρόικα, δεν συνυπολογίζονται τα μέτρα στήριξης τραπεζών και ασφαλιστικών ταμείων, δεν παίρνονται υπόψη οι ασαφείς κι ανύπαρκτες ρυθμίσεις από την μεριά του Ινστιτούτου Διεθνούς Χρηματοδότησης, που εκφράζει τις τράπεζες και τους άλλους πιστωτές της χώρας.







































































































