«Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε προκειμένου η χώρα να παραμείνει στην Ευρωζώνη. Για τις επαναληπτικές εκλογές, θα μιλήσει πλέον ο ελληνικός λαός και δεν έχουμε παρά να τον σεβαστούμε», δηλώνει η Αγκέλα Μέρκελ αμέσως μετά τη συνάντησή της με τον νέο Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος με τη σειρά του επισήμανε: «Στις εκλογές θα μιλήσουν οι ίδιοι οι Έλληνες και θα σεβαστούμε το αποτέλεσμα. Η Ελλάδα πρέπει να γνωρίζει ότι θα εισηγηθούμε μέτρα ανάπτυξης».
Σε άλλο μήκος κύματος, ο σχετικά ήπιος Γερμανός Εξωτερικών Γκίντο Βερστεβέλε σημείωνε πως οι Έλληνες σε αυτές τις εκλογές θα ψηφίσουν για την παραμονή τους ή όχι στο ευρώ, ενώ ταυτόχρονα ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι ήταν σαφέστατος σε δηλώσεις του στη Φρανκφούρτη: «Θα προτιμούσαμε να συνεχίσει η Ελλάδα να βρίσκεται στην Ευρωζώνη». Την ίδια στιγμή, ο πρόεδρος του ΙFF, ο οποίος εκπροσωπεί τα μεγαλύτερα ιδιωτικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της Δύσης, Τσαρλς Νταλάρα, έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου -προς την Ε.Ε. αυτή τη φορά: «H ζημιά από την αποχώρηση της Ελλάδας από το ευρώ θα είναι τεράστια και στην υπόλοιπη Ευρώπη».
Κάπως έτσι τίθενται τα διλήμματα σε αυτή τη νέα εκλογική αναμέτρηση, την ίδια ώρα που τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ επισημαίνουν πως οι παρεμβάσεις των «ξένων» με το δίλημμα εκλογές – δημοψήφισμα «εντός ή εκτός ευρώ», έχουν αφετηρία τις «κολεγιές» εντός του (πανίσχυρου κυβερνητικά στις χώρες της Ε.Ε.) Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, που έχει ενεργοποιήσει η «ατυχήσασα» εκλογικά Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, σε μια προσπάθεια να καταλάβει την πρώτη θέση (για αυτοδυναμία ουδείς λέει το παραμικρό πλέον) και το μπόνους των 50 εδρών, ώστε με τη στήριξη του όποιου ΠΑΣΟΚ έχει απομείνει, να μπορέσει να συγκροτήσει μια αμιγώς «ευρωπαϊκή»/«μνημονιακή» κυβέρνηση, η οποία βεβαίως ήδη έχει εξασφαλίσει ατύπως το αναπτυξιακό κατιτίς της, αλλά και την επιμήκυνση του χρόνου δημοσιονομικής προσαρμογής, τουλάχιστον για ένα χρόνο.
«Ψιθυρίζεται», πλην όμως δεν «ομολογείται, πως Ευρωπαίοι και «τροϊκανοί» έχουν «κατανοήσει» και «αποδεχθεί» ότι το Μνημόνιο είναι αδύνατον να εφαρμοστεί ως έχει «εδώ και τώρα» και ότι θα υπάρχουν κάθε χρόνο μέριμνες για την «ευελιξία» της εφαρμογής του. Ταυτόχρονα, ομολογείται, από κορυφαίους πολιτικούς παράγοντες της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, πως εκεί που το Μνημόνιο ΙΙ ήταν «αδιαπραγμάτευτο», πλέον -ω, ναι!- έχει πολλά περιθώρια βελτίωσης και επαναδιαπραγμάτευσης. Κι αν τους δώσουν τη δύναμη οι ψηφοφόροι, θα πάνε και θα βελτιώσουν σχεδόν τα… πάντα όλα στο Μνημόνιο ΙΙ, καθώς το κλίμα στην Ευρώπη έχει αλλάξει.
Όλα αυτά συνέβησαν απλά και μόνο με την εκτόξευση του ΣΥΡΙΖΑ από το 4,2% στο 16,78%! Τι ακριβώς θα συμβεί, δηλαδή, αν ο ΣΥΡΙΖΑ, ως ο ισχυρότερος «αντιμνημονιακός» πόλος, αυξήσει τα ποσοστά του στο 25%, ανεξάρτητα από το αν θα είναι πρώτο κόμμα ή όχι; Μήπως θα «καταργηθεί» ατύπως (χωρίς βεβαίως να καταγγελθεί), διά των πολλαπλών τροποποιήσεων το Μνημόνιο ΙΙ, με τη σύνταξη ενός χαλαρότερου (και απολύτως αναγκαίου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας) Μνημονίου ΙΙΙ;
Και πώς ακριβώς θα το διαπραγματευτεί αυτό με αξιοπιστία η (πρώτη στην τελεταία εκλογική αναμέτρηση) Νέα Δημοκρατία του δεσμευμένου με υπογραφή, Αντώνη Σαμαρά; Μήπως εκτός από μεταγραφές τύπου Μπακογιάννη, Καρατζαφέρη, Μάνου, απαιτείται κι ένας πιο αξιόπιστος ηγέτης, απ’ ό,τι αποδείχθηκε ο Αντώνης Σαμαράς; Ο χρόνος είναι ασφυκτικός ως τις εκλογές, αλλά σε αυτή την εκλογική αναμέτρηση είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα «τα δούμε όλα»…
Μαρία Ζαρίφη







































































































