Εκείνο το φθινοπωρινό απόγευμα, μπροστά στο σπίτι μας, στην πλατεία Δικαστηρίων, μεγάλη φωτιά είχε στηθεί, λες κι επρόκειτο να κατασπαράξει μάγισσες κι αιρετικούς! Κι ενώ οι «ιεροεξεταστές» παρακολουθούσαν με ικανοποίηση τα κατορθώματά τους, η πυρά αχόρταγα κατάπινε ανεκτίμητα, πολύτιμα βιβλία και φαινόταν ότι μαζί τους χάνονταν και τα τελευταία ψήγματα της αδέσμευτης διανόησης και της φιλελεύθερης σκέψης. Γιατί μαζί με τους κομμουνιστές συγγραφείς, οι φλόγες τύλιξαν και πνευματικές δημιουργίες του Τσβάιχ, του Ανατόλ Φρανς, του Ντοστογιέφσκι, του Τολστόι, του Δαρβίνου, του Γκαίτε αλλά και του Παπαδιαμάντη και του Καρκαβίτσα, κι ο Θεός ξέρει πόσων άλλων συγγραφέων που δεν άρεσαν στους κυβερνητικούς.
Και πώς να μη δακρύσεις μπροστά σ’ εκείνο το θέαμα της παρακμασμένης σκέψης και της ηθικής αναλγησίας. Στεκόμουν στο μπαλκόνι, δίπλα στον πατέρα, μη μπορώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου, ενώ εκείνος σοβαρός κι αμίλητος κουνούσε θλιβερά το κεφάλι, παρακολουθώντας το αποτρόπαιο και οδυνηρό εκείνο θέαμα.
Φαινόταν πως οι κατηχήσεις του Γκέμπελς είχαν πιάσει τόπο, μιας και οι ειδεχθείς εκείνες σκηνές παρέπεμπαν στο Βερολίνο, το Μάιο του 1933. Ο ίδιος ήταν σκηνοθέτης παρόμοιου έργου, όταν η πρώτη φωτιά άναψε στο Πανεπιστήμιο, για να καούν τα προϊόντα της «διαλυτικής εβραϊκής λογοτεχνίας». Τότε ρίχτηκαν στις φλόγες έργα των «άθλιων διανοούμενων» που είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό, μην αντέχοντας το βάρος του Ναζισμού, όπως ο Τόμας Μαν, ο αδερφός του Χάινριχ Μαν, ο Μπρεχτ κι αμέτρητοι άλλοι. Όσοι είχαν κάνει το σφάλμα να παραμείνουν, «πειθαναγκάσθηκαν» να συμμορφωθούν ή στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Δεν το χωρούσε ο νους μου! Τα βιβλία! Ο θησαυρός της γνώσης! Η τροφή του πνεύματος, η απαρχή της προόδου, η ηώς του πολιτισμού! Τα βιβλία που είχα μάθει να λατρεύω από μικρή και να βυθίζομαι στον απέραντο, αχανή κόσμο τους! Ήταν η αγάπη μου για τη λογοτεχνία και το διάβασμα που με ώθησαν στη Φιλοσοφική. Ήταν η μανία μου να ρουφάω με απληστία τα νοήματα από τις γραμμές των βιβλίων, να κρατάω σημειώσεις, να φτιάχνω ανθολόγιο με τις ωραιότερες φράσεις και τα πιο μεστά λόγια.
Την επόμενη μέρα το πρωί, σαν ξεκίνησα για το Πανεπιστήμιο, οι υπάλληλοι του Δήμου σκούπιζαν τις στάχτες και τ’ αποκαΐδια από την πλατεία. Μόλις βγήκα από την πόρτα κι έκανα λίγα βήματα, απόμεινα ασάλευτη να κοιτάζω.
Δεν είχε μείνει τίποτα! Και καθώς τα μάτια μου άρχισαν να βουρκώνουν, το μόνο που μπορούσα να διακρίνω ήταν τέφρα. Τέφρα, που σκυφτές, βαριεστημένες φιγούρες πάσχιζαν να σαρώσουν με τις σκούπες τους και που ο άνεμος με πείσμα τη σκόρπιζε στον αέρα, όπως τα όνειρά μας, τα ιδανικά μας.
Είχαν ξορκίσει το κακό. Είχαν εξοστρακίσει οτιδήποτε μπορούσε να ταράξει την καθεστηκυία τάξη τους. Είχαν αλυσοδέσει το πνεύμα μας, το καταδίκαζαν να σαπίσει, αποτελματωμένο από την οκνηρία και την έλλειψη σκέψης.
Κι όμως! Δεν έφτανε η αποτέφρωση των τόμων εκείνων της λογοτεχνίας, αλλά πολύ σύντομα καταρτίστηκε από τον περιβόητο Μανιαδάκη και ένας μακρύς κατάλογος τετρακοσίων πενήντα πέντε απαγορευμένων βιβλίων! Αργότερα, μάλιστα, η λογοκρισία έφτανε να βάζει χέρι και στους αρχαίους συγγραφείς, απαγορεύοντας ακόμα και την «Αντιγόνη», επειδή περιείχε βαρείς χαρακτηρισμούς κατά των τυράννων!
Με δεδομένη, λοιπόν, την υποδούλωση του πνεύματος και το σκοταδισμό που μεθοδικά κάλυπτε τον γαλανό ουρανό μας, ξεκίνησα όλο χαρά τα μαθήματα στο Πανεπιστήμιο, νιώθοντας πως έτσι κρατούσα ένα παράθυρο ανοιχτό στον κόσμο της αδέσμευτης γνώσης. Θεώρησα πως ήμουν πολύ τυχερή που είχα έναν τρόπο να εμποδίσω το μυαλό μου να σκουριάσει και τη σκέψη μου να πεθάνει από ασιτία. Είχα την πεποίθηση πως στα άδυτα του ιερού εκείνου ναού του πνεύματος –του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης- κανένας ιερόσυλος δε θα τολμούσε να πατήσει πόδι. Πόσο οικτρά γελιόμουν!
Οι κινήσεις αυτές του Μεταξά, που δεν έκανε τίποτα άλλο από το να αντιγράφει τα φασιστικά πρότυπα του Μουσολίνι, ήταν μέρος της γενικότερης προσπάθειάς του να εκπορθήσει τα πανεπιστήμια, μετατρέποντας τα σε φέουδα του καθεστώτος. Πράγματι, με διάταγμά του απομάκρυνε όλους τους καθηγητές –κορυφαίους επιστήμονες- που δεν ήταν διατεθειμένοι να τον προσκυνήσουν και τοποθέτησε στη θέση τους ευνοούμενούς του. Επιπλέον, δημιούργησε και «νέες έδρες» για να μη μείνει κανείς παραπονεμένος.
Το κύρος του πανεπιστημιακού θεσμού ανήκε πια στο παρελθόν…
Χρήστος Φωτιάδης





































































































