Η απόγνωση των θεωρητικών του νεοφιλελευθερισμού, που έχουν μια ιδιάζουσα σχέση με τον ακροδεξιό ιδεολογικό χώρο, είναι πλέον… σπαραξικάρδια. Βλέποντας με δέος την ολική καταστροφή των θεωριών τους, προσπάθησαν αρχικά να υπερασπιστούν τον ΓΑΠ και τα μνημόνια με συγκινητική αυταπάρνηση. Μανδραβέλης, Καλύβας, Πρετεντέρης και ολόκληρη η «Εθνική Νεοφιλελευθέρων» έπεσαν με τα μούτρα στην καθημερινή διαφήμιση του «μονόδρομου» και τη δυσφήμιση όλων όσων αντιδρούσαν. Έγιναν στυλοβάτες του «κοινωνικού αυτοματισμού», δηλαδή του διασυρμού όλων των επαγγελματικών και κοινωνικών ομάδων, με στόχο να στρέψουν τη μια εναντίον της άλλης, ώστε να μειωθούν οι αντιστάσεις!
Με την οικονομική και ιδεολογική κατάρρευση των μνημονίων, παντού όπου εφαρμόστηκαν, ακούστηκε δυνατά η πένθιμη καμπάνα για τον θάνατο των διεθνών και εγχώριων «παιδιών του Σικάγο»! Μπορεί το καινούργιο να μην έχει ακόμη γεννηθεί, όμως το παλιό είναι κλινικά νεκρό!
Έτσι, ως έσχατη λύση απόγνωσης, έμενε ο εναγκαλισμός με την (στατιστικά και δημοσκοπικά…) ανερχόμενη νεοφασιστική λεγεώνα, μια γραφική πολυσυλλεκτική ομάδα ποινικών και πρώην χουντικών, βασιλικών και απογόνων τσολιάδων, λοιπών δωσίλογων και τραμπούκων της μετεμφυλιακής Ελλάδας!
Ως «ιδεολογικό χάδι» των νεοφιλελεύθερων προς τους ακροδεξιούς μπορούν να εκληφθούν και τα «μηνύματα συμπάθειας» προς τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά. Σκοπός τους είναι να διαγραφούν τα αδιάσειστα κοινά σημεία του εγχώριου δικτάτορα με τα ιδεολογικά του πρότυπα στη Γερμανία, την Ιταλία και την Ισπανία. Αντί μιας σοβαρής αντιπαράθεσης με αυτό τον ασόβαρο ισχυρισμό, παραθέτουμε ένα σαγηνευτικό απόσπασμα από το βιβλίο «Στους δρόμους του πεπρωμένου», της Χριστιάννας Λούπα (Εκδόσεις Ιωλκός). Η πρωταγωνίστρια, Αθηνά Λαμπρινίδου, είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο, που εμφορείτο από… υγιή αντικομμουνιστικά φρονήματα και ανήκε στη μεγαλοαστική τάξη! Έτσι, οι προσωπικές της μαρτυρίες δεν κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν… μεροληπτικές.
…Παράλληλα με τις συλλήψεις, τη λογοκρισία του Τύπου, την ίδρυση της ΕΟΝ, κατά τα πρότυπα της φασιστικής και ναζιστικής νεολαίας, τον χιτλερικό Σκυλακάκη ως υπουργό Εσωτερικών –που ευτυχώς παύτηκε έγκαιρα επειδή υπονόμευε τον δικτάτορα- και τα οικονομικά σκάνδαλα, κατέφθασε για να δώσει τα φώτα του στο νεοσύστατο καθεστώς ο υπουργός Προπαγάνδας της χιτλερικής Γερμανίας, Γκέμπελς. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τότε τον καταλυτικό ρόλο που θα έπαιζε ο άνθρωπος αυτός στο ολοκαύτωμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι γνώσεις του «έμπειρου» υπουργού, ωστόσο, μεταλαμπαδεύτηκαν με μεγάλη επιτυχία στο καθεστώς, που καταφέρνει με εξαιρετική δεξιοτεχνία να οργανώσει έναν τεράστιο μηχανισμό προπαγάνδας, πειθαναγκασμού και αστυνόμευσης σ’ ολόκληρη τη χώρα.
Τις μέρες εκείνες της εγγραφής μου στο Πανεπιστήμιο, εκδόθηκε ο νόμος «περί διώξεως του κομμουνισμού», ο οποίος επέτρεπε στους ιθύνοντες να διώκουν, όχι μόνο το κομμουνιστικό κόμμα και τους οπαδούς του, αλλά όλα τα φιλελεύθερα κόμματα και κάθε σκεπτόμενο και προβληματισμένο άνθρωπο. Σύμφωνα με το άρθρο 10 του νόμου αυτού, απαγορευόταν η κυκλοφορία από εκδότες και βιβλιοπώλες βιβλίων ή εντύπων «το περιεχόμενον των οποίων εκδήλως αντίκειται προς τας διατάξεις του παρόντος νόμου». Καλούνταν δε, όλοι οι εκδότες και βιβλιοπώλες που είχαν τέτοια βιβλία, να τα παραδώσουν στις αστυνομικές αρχές.
Το ποια βιβλία ήταν αντίθετα με τις διατάξεις του νόμου ήταν πολύ δύσκολο να το προσδιορίσει κανείς. Έτσι πήρε η μπάλα δεκάδες χιλιάδες τόμους –αριστουργήματα της λογοτεχνίας, μεταξύ άλλων- που παραδόθηκαν μέσα σε λίγες μέρες. Και αλίμονο, αυτό που επακολούθησε είναι τόσο δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αν δεν το δει με τα ίδια του τα μάτια!
Ζοφερές μεσαιωνικές σκηνές –ένα σύγχρονο Auto da fé- αναβίωσαν σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, καθώς τα βιβλία παραδόθηκαν με λύσσα στην πυρά σε δημόσιους χώρους, ανάμεσα σε αλαλάζοντες νέους της ΕΟΝ και άλλους καθεστωτικούς παράγοντες, που χόρευαν σαν κανίβαλοι γύρω από τη φωτιά, έτοιμοι να γευτούν ανθρώπινη σάρκα! Η πώρωση που κατάφερνε να προκαλεί η προπαγάνδα στους νέους και η επικίνδυνη διαπαιδαγώγησή τους, δεν μπορούσε παρά να ανησυχεί και να θλίβει κάθε έμφρονα άνθρωπο.






































































































