Όμως, η διαμορφωθείσα αυτή νομολογία στηρίζεται, κατά τη γνώμη μας, σε παρερμηνεία και διαστρέβλωση του νομικού πλαισίου που διέπει την οργάνωση και λειτουργία των κοινωφελών επιχειρήσεων και συγκεκριμένα των διατάξεων του άρθρ. 259 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, της υπ’ αριθμ. 43887/2007 (ΦΕΚ Β’ 1574), αλλά και του άρθρου 87 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας περί της κατ’ αρχήν απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων.
Είναι σαφές ότι από τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία τόσο των προαναφερθεισών διατάξεων όσο και των λοιπών διατάξεων του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, οι λειτουργικές δαπάνες των κοινωφελών επιχειρήσεων, οι οποίες είναι αναγκαίες και απαραίτητες για την εκπλήρωση των κοινωφελών σκοπών τους, επιτρέπεται να καλύπτονται από τη χρηματοδότηση του οικείου ΟΤΑ. Ομοίως, η εν λόγω χρηματοδότηση μπορεί, δυνάμει πάντοτε του ισχύοντος νομικού πλαισίου, να αποτελέσει τη μοναδική πηγή εσόδων μίας κοινωφελούς επιχείρησης.
Και εξηγούμε:
Α) Μία κοινωφελής επιχείρηση δεν μπορεί να έχει εμπορικό ή βιομηχανικό και άρα κερδοσκοπικό σκοπό και χαρακτήρα, καθώς εκ του νόμου είναι επιφορτισμένη με δραστηριότητες ή υπηρεσίες που συνδέονται με συγκεκριμένες αρμοδιότητες των Δήμων (αρθρ. 254 ΚΔΚ). Δηλαδή, μέσω των κοινωφελών επιχειρήσεων επιδιώκεται η καλύτερη άσκηση συγκεκριμένων αρμοδιοτήτων κοινωφελούς και μόνο χαρακτήρα, χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της επιδίωξης κέρδους.
Β) Λόγω της εκ του νόμου επιβαλλόμενης απουσίας κερδοσκοπικού χαρακτήρα των υπό συζήτηση επιχειρήσεων, η χρηματοδότηση των παρεχομένων από αυτές υπηρεσιών και δραστηριοτήτων νομίμως πραγματοποιείται από τους οικείους ΟΤΑ, συνακολούθως δε, νομίμως μπορεί να αποτελέσει τη μοναδική πηγή εσόδων της επιχείρησης, όπως στην περίπτωση κατά την οποία το σύνολο των υπηρεσιών παρέχονται στους δημότες δωρεάν.
Γ) Τόσο από τις ως άνω διατάξεις του ΚΔΚ, όσο και από την υπ’ αριθμ. 43887/2007 (ΦΕΚ Β’ 1574) υπουργική απόφαση, προκύπτει σαφώς και αναντίρρητα ότι η χρηματοδότηση των κοινωφελών επιχειρήσεων καλύπτει αφενός τις δραστηριότητες και τις παρεχόμενες υπηρεσίες, αφετέρου όλες τις απαραίτητες για την εκπλήρωση των ανωτέρω δαπάνες, όπως ενδεικτικά τη διοίκηση, το προσωπικό, την υλικοτεχνική υποδομή.
Είναι, δηλαδή, απολύτως παράλογο και αντιφατικό από τη μία πλευρά ο νομοθέτης να θέλησε να οργανώσει την παροχή κοινωφελών υπηρεσιών μέσω των κοινωφελών επιχειρήσεων και από την άλλη πλευρά το Ελεγκτικό Συνέδριο να αρνείται να εγκρίνει δαπάνες που είναι άμεσα συνυφασμένες με την ίδια τη λειτουργία της επιχείρησης, αναιρώντας ουσιαστικά τον κοινωφελή τους χαρακτήρα.
Δ) Τέλος, λόγω του κοινωφελούς χαρακτήρα και σκοπού των εν λόγω επιχειρήσεων, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι αυτές υπάγονται στο προσωπικό πεδίο του άρθρ. 87 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας περί απαγόρευσης των κρατικών ενισχύσεων, κατά κύριο λόγο διότι δεν είναι ικανές εκ της φύσεώς τους να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των επιχειρήσεων, καθώς ελλείπει το στοιχείο της επιδίωξης κέρδους, επιπροσθέτως δε, δεν συντρέχει σωρευτικά η δεύτερη προϋπόθεση που θέτει το ως άνω άρθρο, δηλαδή, δεν αποδεικνύεται εν προκειμένω ότι οι συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις είναι ικανές να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ των κρατών – μελών.
Ενόψει των ανωτέρω και προκειμένου να αποφευχθεί η παράλυση της ουσιαστικής λειτουργίας των κοινωφελών μας επιχειρήσεων, η οποία αναπόφευκτα θα δημιουργήσει σωρεία κοινωνικών προβλημάτων, όπως αδυναμία πληρωμής του προσωπικού, αδυναμία ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις μας προς τρίτους, αδυναμία – τελικά – παροχής κοινωφελών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων προς τους πολίτες, σας καλούμε όπως επανεξετάσετε το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημοτικών κοινωφελών επιχειρήσεων για την οριστική διευθέτηση του ζητήματος.





































































































