Το αριστούργημα των αιώνων, ο Παρθενώνας στην Ακρόπολη της Αθήνας, έργο των αρχιτεκτόνων Ικτίνου και Καλλικράτη (447-432 π.Χ.) στους χρόνους, που πέρασαν από τότε, έπαθε πολλές καταστροφικές επιδρομές. Η μεγαλύτερη όμως και αξέχαστη ήταν εκείνη, που του προκάλεσε ο Άγγλος λόρδος Θωμάς Μπρους (1766-1841), 7ος κόμης του Έλγιν.
Του Δημήτρη Μασούρη
Ο Θωμάς Έλγιν ύστερα από σπουδές στα Πανεπιστήμια του Αγίου Ανδρέα στη Σκωτία και το Παρίσι, στρατεύθηκε και έπειτα μπήκε στη διπλωματική υπηρεσία της πατρίδας του. Χρημάτισε πρεσβευτής στη Βιέννη, στις Βρυξέλλες, στο Βερολίνο και την Κωνσταντινούπολη.
Το συλλεκτικό του πάθος προς κάθε τι αρχαίο ελληνικό οδήγησε το μανιώδη, φιλότεχνο, φιλάρχαιο, όχι όμως και φιλέλληνα Θωμά Έλγιν, όταν ήταν πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη (1799-1803), να κατορθώσει να λάβει άδεια από τις τουρκικές αρχές, ώστε να καταστεί δυνατό να καταγραφούν τα ευρισκόμενα έργα τέχνης στην Ακρόπολη. Αυτή η πρόφαση ήταν μία ανίχνευση. Και η εργασία αυτή διήρκεσε εννέα μήνες. Έπειτα ο Έλγιν επέτυχε προφορική άδεια για διενέργεια ανασκαφών και αφαίρεση τεμαχίων από τα γλυπτά έργα προς μελέτη.
Αλλά ας δούμε τα γεγονότα πώς έχουν. Το 1800 ο Έλγιν, πρεσβευτής όντας της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη, θαυμάζοντας τις ελληνικές αρχαιότητες και θέλοντας να αναζωπυρώσει, καθώς έλεγε, τις καλές τέχνες στην πατρίδα του την Αγγλία, ζήτησε από την αγγλική κυβέρνηση να αναλάβει αυτή ή τουλάχιστον να τον βοηθήσει στην απεικόνιση και καταμέτρηση των αρχαίων μνημείων της Ελλάδος. Η πρόταση αυτή του Έλγιν απορρίφθηκε από την αγγλική κυβέρνηση και εξαιτίας αυτού του γεγονότος αποφάσισε να δράσει μόνος του και με δικά του έξοδα να επιχειρήσει το έργο αυτό. Συγκρότησε λοιπόν ένα συνεργείο, που αποτελούνταν από το ναπολιτάνο ζωγράφο Ιωάννη Λουζιέρη, τον ιχνογράφο Φεδόρ Ιβάνοβιτς, τους αρχιτέκτονες Σεβαστιανό Ιττάρ και Βικέντιο Βαλέστρα, τον ιδιαίτερό του γραμματέα Ουίλλιαμ Χάμιλτον και δύο ακόμη έμπειρους κατασκευαστές εκμαγείων.
Αυτούς τους συγκέντρωσε στις Συρακούσες και γύρω στα 1800 (Ιούλιος) τους έστειλε στην Αθήνα με έγγραφο κανονισμού από 22 άρθρα και συστατικές επιστολές προς τον τότε πρόξενο της Αγγλίας στην Αθήνα Σπυρίδωνα Λογοθέτη Χωματιανό. Το συνεργείο άρχισε το έργο του. Όμως ο Έλγιν ισχυρίστηκε ότι τα αρχαία μνημεία στην Αθήνα υφίστανται καταστροφές από τους φανατικούς Τούρκους οι οποίοι έσπαζαν τα γλυπτά και από τους περιηγητές, που έπαιρναν μαζί τους τεμάχια από τα μνημεία και τις επιγραφές.
Άσκησε λοιπόν επιρροή προς την Υψηλή Πύλη, η οποία επιθυμούσε «να εκδηλώσει σεβασμό προς τον πρεσβευτή της Μεγάλης Βρετανίας, της σεπτής και αρχαίας συμμάχου της» και μέσω του καϊμακάμη Σεγούντ Αβδουλάχ εξέδωκε φιρμάνι (=σουλτανικό διάταγμα) με το οποίο παρεχωρείτο απεριόριστη άδεια στον Έλγιν να αφαιρέσει εκ του ναού των ειδώλων –δηλαδή τον Παρθενώνα- κατά τη βούλησή του ότι επιθυμούσε και να πάρει κάθε πέτρα, που είχε γράμματα και μορφές.
Τότε από το συνεργείο εκδηλώθηκε άπληστη μανία περισυλλογής αρχαίων. Άρχισαν ανασκαφές και αποσπάστηκαν γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη από τον Παρθενώνα. Πολλά απ’ αυτά καταστράφηκαν στη βιασύνη αφαίρεσης, για να ικανοποιηθεί η ακόρεστη συλλεκτική μανία του Έλγιν, ο οποίος έγραφε στο ημερόλογιό του ότι επιθυμούσε να έχει «εκ της Ακροπόλεως πραγματικά δείγματα από κάθε γείσο, από κάθε ζωφόρο, από κάθε κιονόκρανο, δείγματα διακόσμησης οροφών, ραβδωτών κιόνων, δείγματα αρχιτεκτονικών ρυθμών και των παραλλαγών αυτών των ρυθμών, των μετοπών και των τοιούτων, όσο το δυνατόν περισσοτέρων». Ο Παρθενώνας είχε 92 μετόπες με ανάγλυφα, που εικόνιζαν γιγαντομαχία, κενταυρομαχία κ.λ.π. Ακόμη δύο αετώματα. Ανατολικό, όπου εικονιζόταν η γέννηση της Αθηνάς και δυτικό με τη φιλονικία ανάμεσα στην Αθηνά και τον Ποσειδώνα, για το ποιος θα έχει την κυριαρχία στην Αθήνα. Ήταν δύο μεγάλες συνθέσεις, που κοσμούνταν με θαυμαστά αγάλματα. Και ήταν όλα αυτά έργα του ανεπανάληπτου για κάθε εποχή, εμπνευσμένου γλύπτη και διακοσμητή του Παρθενώνα, Φειδία. Αλλά ο Έλγιν απέσπασε και ότι άλλο γλυπτό σε μέταλλο, μάρμαρο με επιγραφές, που βρέθηκε στις ανασκαφές.
Τα συνεργεία του Έλγιν άρχισαν συστηματικά να κατεβάζουν πολλά τμήματα από τη ζωφόρο του Παρθενώνα, τα οποία οι Άγγλοι ναύτες μετέφεραν σε βάσεις πυροβόλων (κιλλίβαντες) στην αυλή του προξένου της Αγγλίας Σπυρίδωνα Λογοθέτη Χωματιανού, ο οποίος είχε μεγάλο αγρόκτημα στο Μαρούσι (Άγιο Θωμά) επιγραφές από την Ακρόπολη. Απέσπασε μία από Καρυάτιδες και επιχείρησε να αφαιρέσει όλη την εξωτερική μεγαλοπρεπή πρόσταση του Ερεχθείου, αλλά τη ματαίωσε, γιατί στον Πειραιά δε βρισκόταν μεγάλο αγγλικό πολεμικό πλοίο, όπως έγραφε τότε ο ναύαρχος Χουντ στον Έλγιν, για να τα παραλάβει. Έτσι φόρτωσε μόνο την Καρυάτιδα. Αφαίρεσε ακόμη γλυπτά από το μνημείο του Θράσυλλου, το λεγόμενο «ναό του Ηφαίστου ή Θησείο», από άλλα μνημεία των Αθηνών και της Αττικής ακόμη και από τη Δήλο, τον Ορχομενό, τις Μυκήνες και αλλού. Επιθυμούσε να ενεργήσει ανασκαφές και στην Ολυμπία.







































































































