Πολλή συζήτηση γίνεται το τελευταίο χρονικό διάστημα για τον λεγόμενο «Καποδίστρια 2» με αφορμή το επικείμενο νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τη διοικητική μεταρρύθμιση. Ορισμένοι μάλιστα δήμαρχοι και αιρετοί της αυτοδιοίκησης, έσπευσαν να δηλώσουν τις επιθυμίες τους, λες και το πρόβλημα είναι μόνο ποσοτικό για τον πληθυσμό και την έκταση που θα καλύπτει ένας ∆ήμος.
∆έκα χρόνια μετά την ψήφιση και εφαρμογή του Ν. 2539/97 (Ι. Καποδίστριας) δεν έχει γίνει καμία ουσιαστική συζήτηση για την αξιολόγησή του και για τη μη επίτευξη κατά γενική ομολογία των στόχων και των προσδοκιών που είχαν καλλιεργηθεί.
Η πολιτεία και με των δύο αποχρώσεων κυβερνητικών της εκδοχών, δεν στήριξε ουσιαστικά τους ∆ήμους κυρίως οικονομικά αλλά και θεσμικά.
Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι η Ελλάδα να παραμένει το πιο συγκεντρωτικό κράτος της Ευρώπης, παρά τα όποια θετικά βήματα έγιναν τα τελευταία 30 χρόνια στον τομέα της αυτοδιοίκησης. Ενδεικτικά αναφέρω ότι:
– Οι πόροι που διαχειρίζεται η αυτοδιοίκηση στη χώρα μας, αντιστοιχούν στο 5% των εσόδων του Δημοσίου όταν ο μέσος όρος στη Ευρώπη είναι στο 20%.
– Ενώ σύμφωνα με τους πιο συντηρητικούς υπολογισμούς της ΚΕ∆ΚΕ τα υπεξαιρεθέντα από την αυτοδιοίκηση από το 1997 έως σήμερα ξεπερνούν τα 3 δισ. ευρώ.
Η σημερινή κυβέρνηση, συντονισμένη απόλυτα με τη διαμορφωμένη από χρόνια κατάσταση στην αυτοδιοίκηση και παρά τις όποιες εξαγγελίες της περί αντιθέτου, οδήγησε το σύνολο των ΟΤΑ σε δύο περιπτώσεις το τελευταίο χρονικό διάστημα σε κατάσταση ασφυξίας και έντονων αντιδράσεων.
Η μία περίπτωση αφορά την υποχρηματοδότηση δύο χιλιάδων περίπου προνοιακών δομών (βοήθεια στο σπίτι, παιδικούς σταθμούς κ.ά.), αφού αντί να τα χρηματοδοτήσει με εθνικούς πόρους όπως από το 2004 γνώριζε, τα ενέταξε σε ένα νέο σύστημα το οποίο μετακυλύει το κόστος λειτουργίας στους ∆ήμους και τους πολίτες, αποκλείοντας παράλληλα από τα προγράμματα μεγάλες κοινωνικές ομάδες.
Η δεύτερη και πιο πρόσφατη αφορά διατάξεις που πέρασε (έστω και κουτσουρεμένες) με το φορολογικό νομοσχέδιο, με τις οποίες καταργεί ουσιαστικά το αυτοδιοίκητο των ∆ήμων στα οικονομικά κατά ευθεία παράβαση του άρθρου 102 του Συντάγματος, δημιουργώντας αδιέξοδα και στερώντας τη δυνατότητα στην αυτοδιοίκηση να ανταποκριθεί στον κοινωνικό της ρόλο.
Μέσα σε αυτό το κλίμα είναι προφανές πως η όποια συζήτηση για την πολυθρύλητη διοικητική μεταρρύθμιση, με απλές συνενώσεις – συγκολλήσεις ∆ήμων που γίνονται για να συρρικνωθούν οι ήδη ανεπαρκείς πόροι της αυτοδιοίκησης, είναι αποπροσανατολιστική και μόνο ως ανέκδοτο μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η διοικητική μεταρρύθμιση η οποία:
– ∆εν διασφαλίζει την οικονομική αυτοδυναμία της αυτοδιοίκησης με ανακατανομή των πόρων χωρίς επιβολή νέων φόρων.
– ∆εν είναι συνολική και δεν καλύπτει την κεντρική κρατική και αποκεντρωμένη διοίκηση σε όλους τους τομείς της.
– ∆εν καθιερώνει την απλή αναλογική σε όλες τις βαθμίδες της αυτοδιοίκησης.
– ∆εν ενισχύει τα συλλογικά όργανα έναντι των μονοπρόσωπων.
– ∆εν καθιερώνει τον αιρετό περιφερειάρχη και το Περιφερειακό Συμβούλιο.
– ∆εν εδράζεται στις θεμελιώδεις αυτοδιοικητικές αρχές της εγγύτητας, της επικουρικότητας και της αυτονομίας θα είναι απλά μία λειτουργική αναδιάταξη της υφιστάμενης πραγματικότητας η οποία διαιωνίζει τα προβλήματα. ∆εν θα προσφέρει τίποτα ουσιαστικό στην αυτοδιοίκηση, στην περιφερειακή ανάπτυξη, στην κοινωνική συνοχή. Θα είναι μία επανάληψη της ιστορίας του «Καποδίστρια Ι».
Και όπως έλεγε ο Μαρξ, η ιστορία όταν επαναλαμβάνεται τότε πρόκειται για φάρσα!!!






































































































