Το βουνό είναι ο τόπος πνευματικής ζωτικότητας και δημιουργικής έμπνευσης, τόπος αναζήτησης της αρμονίας και της ισορροπίας, δηλαδή ενός φυσικού και πνευματικού ιδανικού, χώρος αισθητικής και ηθικής κρίσης, τόπος για την εσωτερική κάθαρση, τόπος που επιτρέπει την ανοιχτή όραση και τόπος γέννησης και τέλους του θεού…
Η ανοδική κίνηση προς το βουνό συμβολίζει την καλλιέργεια της μνήμης και της δημιουργικότητας. Ο βουκολικός χώρος είναι ταυτοχρόνως ου-τοπία και ευ-τοπία. Υπάρχει σχέση της φύσης και του «αρκαδικού τοπίου» με την ποίηση.
Στις αρχές του 20ού αιώνα η αστική τάξη της Αθήνας , αναζητά στο βουκολικό και αρκαδικό όραμα, την απαλλαγή από τους περιορισμούς των ηθών και του πνεύματος, τις απαγορεύσεις, στους οποίους η τάξη αυτή υποτάσσει, το όνειρο μιας απλής και ελεύθερης ζωής, τη θεραπεία από τον έρωτα μέσα στη φύση και το μυθικό όνειρο, όπου το όνειρο γίνεται πραγματικότητα, την Αρκαδία.
Το βιβλίο «Άννα Σικελιανού-Ο έρωτας και το όνειρο-Η ζωή της σαν μυθιστόρημα» είναι ένα βιβλίο γεμάτο ζωή και πάθος, γεμάτο αλήθεια και αγάπη για τον άνθρωπο.
Με φόντο το πανέμορφο χωριό τη Δράκεια του Πηλίου, παρακολουθούμε τη ζωή της Άννα Σικελιανού, η οποία θα εξελιχθεί σε πρωτοπόρο και ακούραστη αγωνίστρια και Μούσα δυο ανδρών και αναδύεται σαν ένα σύμβολο ιδεαλισμού, προσφοράς, ανεξαρτησίας και ελευθερίας.
Είναι η πορεία μιας γυναίκας προς την ατομική ελευθερία και η πραγματοποίηση των ονείρων της κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Είναι το πορτρέτο μιας ασυμβίβαστης γυναίκας, που έζησε κόντρα στο ρεύμα των καιρών.
Είναι ένα βιβλίο για τον έρωτα, την αγάπη, την φύση, την προσφορά, τη φυματίωση, τη ζωή και το θάνατο. Μια διαδρομή στα σκοτεινά μονοπάτια της ψυχής.
Δεν γίνεται να ωραιοποιήσεις την υπόθεση του βιβλίου.
Ένα χρόνο μετά το τέλος του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, η Άννα Καμπανάρη, ένα δεκαεννιάχρονο κορίτσι, άφησε το σπίτι της στην Αθήνα,ένα αυστηρό οικογενειακό περιβάλλον, για να γνωρίσει τον κόσμο. Ήθελε να ζήσει τη ζωή της. Να ξεφύγει από το πνιγερό, ασφυκτικά περιοριστικό περιβάλλον των κανόνων του μικρόκοσμου της αστικής Αθήνας και να ανοιχτεί στον πραγματικό κόσμο. Ήθελε να γνωρίσει καινούργιους ανθρώπους, χωριά, πόλεις και λιμάνια. Το ταξίδι ποθούσε. Ελεύθερη από όλα ήθελε να είναι. Να πλανηθεί ποθούσε. Ήταν έρωτας του φευγιού. Στο ταξίδι αυτό ήταν ανάγκη της, να προβάλει όνειρα αξεδιάλυτα, βαθιά απωθημένα. Ξέρει πως δεν υπάρχει άλλο ταξίδι παρά μονάχα αυτό που τραβάει βαθιά εντός μας.
Διάβασε μια αγγελία στην εφημερίδα για ένα Σανατόριο του Πηλίου που αναζητούσε βοηθητικό προσωπικό και έστειλε αμέσως γράμμα. Σε λίγες ημέρες ήρθε η θετική απάντηση και η Άννα παρά την αντιρρήσεις των γονιών της, έφυγε για τη νέα της ζωή.
Είναι αποφασισμένη να διασχίσει τη θάλασσα για να πάει στον Βόλο, να περάσει μέσα στο δάσος με τις φιλύρες , τους πλατάνους και τα θεραπευτικά βότανα , να ανεβεί στο βουνό να συναντήσει τον Πάνα, τον Χείρωνα τον Κένταυρο και τις νύμφες του βουνού…
Το βουνό του Πηλίου έχει τις οσμές, τα ακούσματα, τις γεύσεις, τα χρώματα, τις αφές, το αγέρωχο τοπίο, τις μαγικές νύχτες με τον ολόαστρο ουρανό για πάπλωμα, μαζί με την αίσθηση ανόδου και υποταγής στη γοητεία της άμεσης επαφής με το θείο.






































































































