Όταν μια σκέψη είναι ωραία ή αισθάνεσαι ευεξία, όταν την αναλογίζεσαι, το πρώτο που σπεύδεις να κάνεις είναι να επιδιώξεις να τη μοιραστείς με τους γνωστούς σου, τους φίλους σου, την αμεσότητα του περιβάλλοντός σου.
Αυτό έκανε και ο Παν. Πανουτσακόπουλος με την ποιητική του συλλογή. «Κατάθεση ψυχής – ανακλητικά μου βιώματα, σατιρικά ποιήματα», που εξέδωκε το Φεβρουάριο του 2013. Στην ποιητική του αυτή συλλογή έκλεισε τις πιο αισθαντικές του διαθέσεις προς τη γενέτειρά του, το Βεσίνι Καλαβρύτων. Ξεδίπλωσε με το δικό του λογοτεχνικό τρόπο τους βιωματικούς παρελθοντικούς παιδικούς και νεανικούς χρόνους του. Είναι μια ποίηση τοπικού χρώματος, που δεν μπορείς να την αντιπαρέλθεις επιπόλαια, διαβάζοντάς την. Χαρακτηρίζεται ποιητική συλλογή συνόλου φωνών από τα βάθη του χρόνου μιας πάλλουσας ψυχής γεμάτης από αγάπη, νοσταλγία, πόθο, δίψα, λαχτάρα και αποζήτηση θερμής επιθυμίας επιστροφής στο παλαιό το πιο ελκυστικό όνειρο της πλέον ανηβικής ηλικίας στον τόπο, που πρωτοείδε το φως της ημέρας.
Οι άνθρωποι –έμψυχοι όντες– ζούμε με τη δράση μας και την ανάμνηση. Η μνήμη ως το σύνολο του παρελθόντος με διαρκείς σκέψεις προς το εμπρός ενσωματώνει, όσο το δυνατό, μεγαλύτερο μέρος στη δράση της από το παρόν. Γίνεται ένας συγκρητισμός πάλης παρελθόντος, παρόντος και τ’ ανάπαλιν. Θα ήμουν σαφέστερος, αν έλεγα, ότι οι περισσότεροι συγγραφείς θηρεύουν μέσα στην αλιεία τους τις ιδέες τους από τα χρόνια της εφηβείας τους και της νεότητάς τους. Έτσι αποκτούν τη δική τους θέση στο χώρο των γραμμάτων. Η γραφή –η ίδια– του ποιητή Παναγ. Πανουτσακόπουλου λέει πιο πολλά από αυτά, που μπορεί να γράψει το χέρι του.
Ο ποιητής έχει την ικανότητα να εκφράσει με άνεση τα μηνύματα, που θέλει να δώσει. Έχει ποιητικό υπόβαθρο. Γίνεται κατανοητός, γιατί τα γραφόμενα είναι αληθινά, δωρικά, ατόφια, βγαλμένα από το κοίτασμα της χρυσοφόρας παραδοσιακής ελληνικής υπαίθρου και αλεσμένα μέσα στο πλούσιο φλογερό καμίνι της καρδιάς του. Το ακένωτο ορυχείο της παράδοσης της ελληνικής υπόστασης αποπνέει τη χέλμια αύρα της αροανικής γης.
Ωστόσο ξεχωρίσαμε τα ποιήματα, που καταξιώνουν τον ποιητή ως οικουμενικό πολίτη. Ποιήματα που θυμίζουν έντονα Κρυστάλλη, το νοσταλγό της ποιμενικής ζωής, όπως τα «κυπροκούδουνα».
«Βόσκουνε γίδια, πρόβατα ζυγούρια και κριάρια
βετούλια, βεργάδια και τραγιά και διαλεχτά μανάρια»
Ή από τον «Κούρο»
«Στήνουνε πρόσχαρο χορό όλες οι βλαχοπούλες
μαζί με τις γερόντισσες και τις αρχοντοπούλες.
αφήνει ο παπάς το ράσο του και μπαίνει στο αλώνι
και σέρνει πρώτος το χορό, κρατώντας το φελόνι».
Και σαν ποιητής άλλων εποχών ιδιαίτερα εκείνης της Νέας Αθηναϊκής Σχολής, που οσμίζεται τα επακόλουθα των γεγονότων, εκφράζεται με βαλαωρίτειους εκρηχτικούς από καρδιάς στίχους στη «Θεία Δίκη».
«Γεια σου ωρέ κοτσάμπαση και διαλεχτέ μουχτάρη,
δε βγαίνεις πια στην εκκλησιά, δε βγαίνεις στο παζάρι»,
ή συγχρονοποιεί την κατάσταση πολύ επίκαιρα στα «καλά παιδιά της Βουλής».
«Όλοι εσείς τώρα τη λίστα της Λαγκάρντ σφυρηλατείτε
κι από μας να κρύψετε, αυτή, προσπαθείτε».
Πάντως ο ποιητής πετυχαίνει αυτό, που θέλει να πει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, που η Μούσα του του υπαγορεύει. Και αυτοί οι στίχοι έχουν τη δική τους ξεχωριστή θέση στο λογοτεχνικό μας χώρο, που πρέπει να γράφονται για να αναδεικνύεται και ο τόπος, που αγαπήθηκε, ζει και περιμένει τη δική μας πνοή. Αξίζει να γράφονται τέτοιοι στίχοι σήμερα, που όπως φαίνεται όλο και αραιώνουν. Και περισσότερο ακόμη. Αξίζει να διαβάζονται και να ουσιώνονται.
Ζούμπερι, Ιούλιος 2013
Φιλόλογος, Σχολικός Σύμβουλος Επίτιμος
Συγγραφέας, Λογοτέχνης, Κριτικός Λογοτεχνίας
Μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών,
Membre à vie de l’ Académie Internationale de Lutèce – Paris







































































































