Γράφει η Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή
Δεν είχα καταλάβει πόσο γρήγορα πέρασε η ώρα ήσυχη και βιαστική, χωρίς να μ’ ενοχλήσει καθόλου ή έστω να μου θυμίσει ότι σε λίγο θα έχει νυχτώσει.
Στεκόμουν στην άκρη του δρόμου, ακίνητη και σιωπηλή, με τη ματιά μου να σταματά και να χαϊδεύει τις χιονισμένες βουνοκορφές που είχα μπροστά μου.
Τα χέρια μου, κρυμμένα στις ζεστές τσέπες του παλτού που φορούσα, τα ένιωθα καλά προστατευμένα. Αντίθετα τα πόδια μου, είχαν μουδιάσει από την παγωνιά και την υγρασία.
Τούτη την ώρα μπροστά μου, αλλά αρκετά μακριά από μένα, ξετυλιγόταν μία ανέγγιχτη εικόνα ομορφιάς και μυστηρίου που πριν από λίγες μόνο ώρες είχε φιλοτεχνήσει το αστείρευτο ταλέντο της Θεάς Φύσης! Ήταν μία σειρά ολόλευκες βουνοκορφές σκεπασμένες με αφράτο χιόνι! Και αυτό απρόβλεπτα και γρήγορα καθώς λικνίζονταν οι διάφανες νιφάδες και ακουμπώντας η μία την άλλη, έπαιρναν τη σωστή θέση τους στη γη με απόλυτη τάξη και ηρεμία. Και αυτή η ηρεμία της φύσης θαρρείς πως κρύβεται στο βάθος της ψυχής και με οδηγεί να ονειρεύομαι με την καρδιά ορθάνοιχτη, έτοιμη να κλείσει στα φύλλα της ακόμα ένα θαύμα!
Εδώ και αρκετή ώρα ακούω έναν ασυνήθιστο θόρυβο στην παγωμένη άσφαλτο του δρόμου. Είναι σαν ένα τροχοφόρο να κινείται δύσκολα στις στροφές της ανηφοριάς, που είναι ίδια με ξεχασμένο φίδι που έχει τυλιχτεί στους πρόποδες της οροσειράς, και κινείται αργά και όλο πλησιάζει… και όλο πλησιάζει… Γυρίζω με έκπληξη το πρόσωπό μου και τότε η εικόνα που αντικρίζω γίνεται συγκίνηση, ιστορία, ευλογία, και φως.
Ήρεμα σταματά μπροστά μου το έλκηθρο του Άι -Βασίλη κι εγώ με ανείπωτη χαρά τρέχω κοντά του. Εκείνος με κοιτάζει μ’ ένα παράξενο τρυφερό χαμόγελο να γλιστρά από τα χείλη του και να σταματά στα μικρά στρογγυλά γυαλιά που ακουμπούν χαμηλά στη μύτη. Ανασηκώνεται λίγο στη θέση του αμίλητος, ενώ οι αγαπημένοι του τάρανδοι καταπονημένοι όπως είναι από τις μεγάλες αποστάσεις που έχουν ταξιδέψει, ανασαίνουν βαριά, θαρρείς ξέπνοα. Πλησιάζω περισσότερο το σιωπηλό έλκηθρο και με ενθουσιασμό φωνάζω δυνατά:
«Άγιε – Βασίλη μου… Καλώς ήρθες! Σε περιμέναμε όλοι, μικροί και μεγάλοι, με αγωνία. Όμως τα παιδιά, ξέρεις Άγιέ μου πως σε περιμένουν κάθε χρόνο να έρθεις με φορτωμένο το έλκηθρό σου με πολλά δώρα, παιχνίδια… και κυρίως φορτωμένο με αληθινή αγάπη και φροντίδα για όλους, αλλά τι λέω εγώ τώρα; Βλέπω ότι τα δώρα που φέρνεις και φέτος είναι πιο πολλά. Καταλαβαίνεις τη χαρά των παιδιών μόλις σε δουν… Με σταμάτησε με φωνή κουρασμένη κι εγώ έμεινα να τον κοιτάζω στα γελαστά μάτια του, χωρίς εκείνος να λέει κουβέντα. Μόνο μια γκρίζα σκιά περνούσε σαν παγωμένο συννεφάκι από πάνω του σκοτεινιάζοντας τη λαμπερή παρουσία του που όλοι τη γνωρίζουμε από τα παιδικά μας χρόνια.
Τώρα αναρωτιέμαι: « Άραγε φέτος τι σκεπτόταν στα μακρινά ταξίδια που επιχειρούσε στον κόσμο; Για μας ήταν ο αγαπημένος Άι -Βασίλης. Ήταν το κυρίαρχο πρόσωπο του εορτασμού της Πρωτοχρονιάς και των Χριστουγέννων! Η γνωστή παρουσία του με τη φουσκωτή κόκκινη στολή, με την πυκνή λευκή γενειάδα, με τα μικρά στρογγυλά γυαλιά του, τις κόκκινες μπότες με τη γούνα, τον επιβλητικό κόκκινο σκούφο με τη λευκή φούντα… πάντα γελαστός επάνω στο γρήγορο έλκηθρό του που το σέρνουν ζωηροί τάρανδοι, και φορτωμένος μ’ έναν μεγάλο σάκο γεμάτο παιχνίδια και δώρα που κάθε χρόνο σκορπίζουν χαρά στα παιδιά αλλά και στους μεγάλους».
Είχαν περάσει μερικά λεπτά σιωπής και απορίας, μέχρι που η φωνή του Άϊ – Βασίλη, ακούστηκε βαθιά και παράξενη: « Όλα αυτά που λες είναι ωραία και χαρούμενα. Όμως μπορείς να μου πεις, πού βρίσκονται τώρα τα παιδιά, και πόσα είναι, και ποια είναι, και τ ι κάνουν, και πόσα έχουν πεθάνει από την πείνα και πόσα από τις σφαίρες… πήρε βαθιά αναπνοή και συνέχισε: Πόλεμος, πόλεμος, παντού πόλεμος… τριγύρω, κοντά και μακριά, παιδιά πληγωμένα, παιδιά νεκρά, σκοτωμένα, σφαίρες που τα βρίσκουν και τελειώνουν τη ζωή τους με βία και απανθρωπιά, με αδιαφορία σα να μη συμβαίνει τίποτα, και ας κυλά το αθώο αίμα τους ίδιο με ποτάμι που ποτίζει τα ανίερα πνεύματα και σώματα των μεγάλων και των δυνατών, των αχρείων βασανιστών του κόσμου, που αρέσκονται να μετρούν μόνο νεκρούς, προκειμένου να ολοκληρώσουν την Πυραμίδα της φρίκης που φτιάχνουν για να καθίσουν αυτοί μόνοι και κυρίαρχοι αυτοί στην κορυφή της και από εκεί ψηλά να τροφοδοτούν συνέχεια και να γιγαντώνουν αυτή την Πυραμίδα με οργή και μίσος.
Και αυτή η Πυραμίδα του Θανάτου δεν ολοκληρώνεται ούτε τελειώνει ποτέ, ούτε χορταίνουν οι δημιουργοί της να απολαμβάνουν τη «νίκη» τους, γιατί ταυτόχρονα σε άλλο σημείο του κόσμου μια νέα Πυραμίδα αρχίζει να χτίζεται από κάποιους άλλους δυνατούς και αδίστακτους και μετά σε κάποιο άλλο μέρος του πλανήτη μας… χωρίς ν’αποκλείεται να χρησιμοποιηθούν πιο εύκολα και γρήγορα υλικά της καταστροφής, όπως για παράδειγμα να επαναφέρουν τις βόμβες του θανάτου, όπως έγινε στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι».
Εδώ ο Άι – Βασίλης σταμάτησε απότομα. Σήκωσε το πρόσωπό του και με την παλάμη του που έτρεμε σκούπισε τα θολά μάτια του, που από ώρα είχαν ξεχειλίσει σιωπηλά. Μετά έγειρε το κεφάλι του προς το μέρος μου, θαρρείς εμπιστευτικά, και άνοιξε λίγο ψηλά στο λαιμό του το πρώτο κουμπί από το χοντρό κόκκινο παλτό του, για να μου δείξει κάτι με απόγνωση και φρίκη:
«- Βλέπεις τι φορώ; Μπορούσες ποτέ να φανταστείς ότι εγώ ο Άι – Βασίλης που σε όλη τη ζωή μου το μόνο που έκανα ήταν να ντύνομαι γιορταστικά και χαρούμενα, να στολίζω το έλκηθρο και τα ελάφια μου, να γεμίζω τον μεγάλο σάκο μου με πολλά παιχνίδια, και να ξεκινώ το μεγάλο ταξίδι μου στον κόσμο για να προσφέρω στα παιδιά Δώρα, Χαρά και Αγάπη. Τώρα φοβάμαι! Ο Πόλεμος καταστρέφει τους ανθρώπους και ο Θάνατος στήνει χορό. Γι’ αυτό βλέπεις ότι μου φόρεσαν κάτω από το παλτό μου… και ένα αλεξίσφαιρο γιλέκο. Όμως εγώ δε φοβάμαι για ‘μένα. Θρηνώ για τα παιδιά όλου του κόσμου που τα θυσιάζουν στην παράλογη πορεία της ανθρωπότητας. Μία πορεία ατελείωτη που οι αρχηγοί της σκαρφίζονται αμέτρητα παιχνίδια μισαλλοδοξίας και φρίκης που καταδυναστεύουν με αδιάλλακτες συμπεριφορές τη λαμπάδα της Ειρήνης και της Αλήθειας».
Ο Άι – Βασίλης χαμήλωσε το κεφάλι και σταμάτησε να μιλά. Μετά κάτι μουρμούρισε στους ταράνδους του, σήκωσε σε χαιρετισμό το δεξί του χέρι και στέλνοντας σε ‘μένα μόνο ένα λυπημένο χαμόγελο, χάθηκε στη στροφή του δρόμου.
Έμεινα στην ίδια θέση ακίνητη και απορημένη να αναρωτιέμαι: «Τι μου είχε συμβεί; Ήταν αλήθεια ή τα φαντάστηκα ή τα ονειρεύτηκα όλα αυτά που είχαν γίνει πριν από λίγη ώρα; Το βέβαιο είναι ότι ακροβατούμε σε μια εποχή αβάσταχτης σύγχυσης, που κυριαρχεί η παραπλάνηση, η αδιαφορία, οι πόλεμοι, και ο πόνος, και που και ο Άι – Βασίλης ακόμα, για να μας επισκεφθεί και να μας φέρει τα δώρα του, πρέπει να φορέσει… αλεξίσφαιρο γιλέκο!»









































































































