ΕΠΕΑΠΤΕΡΟΕΝΤΑ
Γράφει ο Άγγελος Πολύδωρος
Ημέρα αγιασμού στα σχολεία και μετά το τελετουργικό, γονείς και παιδιά έχουν ξεχυθεί στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης.
Στο café που συχνάζω, έχουμε πάει μαζί με την Αθηνά, ύστερα από κάποια ψώνια, για να ξεκουραστούμε λίγο. Γύρω μας ζουζουνίζουν παιδιά όλων των ηλικιών. «Ο ήχος του καλοκαιριού» της λέω και με καταλαβαίνει. Τρεις είναι οι ήχοι του καλοκαιριού: οι παιδικές φωνές, τα τζιτζίκια και το κύμα της θάλασσας.
Δύο γεγονότα τραβούν την προσοχή μας: ένα μωρό που κλαίει γοερά και ακριβώς απέναντί μας μια μητέρα που φαίνεται να μιλάει στο κενό, ενώ η κορούλα της, γύρω στα 10, ασχολείται με το τάμπλετ.
Ξεκινάω από το δεύτερο. Η μητέρα φοράει διπλά ακουστικά που καλύπτονται από το επιμελώς χτενισμένο μαλλί της. Ακούμε όλη τη δική της εκδοχή («αυτός μου είπε, και εγώ του είπα»), ενώ η κορούλα είναι στον κόσμο της, του τάμπλετ δηλαδή.
Δυο τραπέζια πιο κάτω, ανακαλύπτω το μωρό που σπαράζει στο κλάμα. Η μητέρα μιλάει με τη φίλη της ενώ σκουπίζει το προσωπάκι του μωρού με ειδικά μαντηλάκια, χωρίς καν να το κοιτάει. Η φίλη ακούει με ενδιαφέρον, αλλά όχι το κλάμα.
Δεν είμαι παιδοψυχολόγος, όμως το μωρό σίγουρα ή ενοχλείται από τον κόσμο στο café ή πεινάει.
Επιστρέφω, στη μητέρα που συνεχίζει να μιλάει στο κινητό της. Τώρα έχει βγάλει και τσιγάρο το οποίο καπνίζει αρειμανίως. Η κόρη της κάνει βεντάλια την παλάμη της για να διώξει τον καπνό. Η μητέρα της… Καμία σημασία.
Με την Αθηνά λέμε τα δικά μας. Δεχόμαστε στα όρθια δύο φίλους, έναν παλιό συμμαθητή μου και ένα συνάδελφο από τη Φωτογραφική Λέσχη.
Έχει περάσει μια ώρα. Το μωρό συνεχίζει να κλαίει γοερά ενώ οι δυο γυναίκες μιλούν αδιάφορα. Μέχρι που μια ηλικιωμένη δίπλα τους, κάτι τους λέει. Τότε, η Ελληνίδα μάνα βγάζει το στήθος της και θηλάζει το μωρό, που σε λίγο κοιμάται ήσυχα. Έκλαιγε γιατί πεινούσε τελικά και καλά που βρέθηκε η διπλανή κυρία.
Στο άλλο τραπέζι, η μητέρα συνεχίζει να μιλάει στον αέρα («Όχι πες μου, εσύ τι θα έκανες;»), ενώ η μικρή έχει βαρεθεί να βλέπει τάμπλετ και έχοντας σηκωθεί όρθια παρατηρεί τον κόσμο γύρω της. Δείχνει εμφανώς εκνευρισμένη. Γυρνάει γύρω από το τραπέζι, κοιτάει ολόγυρα και πότε-πότε σταματάει, σαν να σκέπτεται κάτι πολύ σοβαρό. Μέχρι που η μητέρα της, της μιλάει: «Φεύγουμε. Κάνε νόημα στη σερβιτόρα». Και η κόρη απαντά κοφτά: «Να κάνεις εσύ».
Τελικά, έκανα νόημα εγώ, για το λογαριασμό μας.






































































































