Γράφει η Ρίκα Χρυσανθοπούλου
∆ιηγηµατογράφος
rica@ath.forthnet.gr
Bρισκόµαστε κάθε καλοκαίρι. Σ’ εκείνη τη µεριά, πλάι στα βράχια. Οι θαλασσόκεδροι και τα ρείκια έχτισαν αργά κι αθέατα, τη φυσική γωνιά που συχνάζαµε.
Είτε και οι τρεις µας, είτε η κάθε µια µόνη της στη σιωπή. Χρόνια τώρα. Από παιδιά. Κι ας χανόµασταν όλο τον χειµώνα στο βυθό και στο κύµα της καθηµερινότητάς µας. Βρισκόµαστε πάντα, κάθε καλοκαίρι σ’ εκείνη τη µεριά, πλάι στα βράχια.
Έτσι και σήµερα, µεγάλες πια, καθισµένες στην άµµο. Ανάµεσα σε ψιθύρους και γέλια, πίναµε ένα καφέ που έφερνε µαζί της η κάθε µια. Ο παφλασµός, η µόνη µας συντροφιά. Οι µυρωδιές µάς τυλίγουν. Αλµύρα, άµµος, ρείκια. Συννεφάκια που αλλάζουν χρώµατα, κι αυτός ο παφλασµός της γαλήνης.
Κουβέντες ξανά και απαλές χειρονοµίες, για ηχηρά γραφεία, ανόητους, τοξικούς συναδέλφους, προαγωγές.
Για αποτυχηµένους έρωτες και ξινές πεθερές. Κουβέντες για δίαιτα και γυµναστήρια, για µουσικά ακούσµατα, για βιτρίνες και µελλοντικές αισθητικές επεµβάσεις. Τα «ίσως» και «µπορεί», κολυµπάνε στον αέρα ανάµεσα στις πεσµένες, αλατισµένες τούφες των µαλλιών µας. Όνειρα απραγµατοποίητα. Έρωτες παράνοµοι, ανοµολόγητοι, κρυφές επιθυµίες. Γέλια. Πολλά γέλια.
Ώσπου πιανόταν η µέση µας. Αλλάζαµε στάση. Χρόνια τώρα. Μα στον οίστρο των µυστικών, ερχόταν το σούρουπο να σβήσει αργά τα φώτα. Η θαλασσινή υγρασία µια ύπουλη αγκαλιά, ίδιο ειδοποιητήριο για αναχώρηση. Καµιά µας δεν κοίταζε ρολόι. Καµιά δεν σηκωνόταν πρώτη. Τα πάντα ίδια, και οι τρεις µαζί.
Κουβαλώντας χρωµατιστές πετσέτες, λαστιχάκια για τα µαλλιά στους καρπούς, ψάθες και το άδειο χάρτινο ποτήρι του καφέ, παίρνουµε αργά, ξανά, τον ανήφορο, χωρίς να ορίσουµε νέο ραντεβού. Ήταν φυσικό να ξαναβρεθούµε την ίδια ώρα κάποια άλλη µέρα. Όπως πάντα, κάθε καλοκαίρι, χρόνια τώρα.
Και φτάνοντας στο σπίτι, ν’ αγκαλιάζει η κάθε µια µας, την πραγµατική, αθέατη µοναξιά της.






































































































