Επιμέλεια: Ευαγγελία Βαλάτα
Ιστορικός – Ερευνήτρια
Στο Ίππειος, στο χωριό του κάµπου του Ευεργέτουλα στέκουν ακόµα τα δυο παλιά τζαµιά. Που πάει να πει πως κάποτε στο χωριό αυτό κατοικούσε µια ευάριθµη µουσουλµανική κοινότητα (πάνω από 100 οικογένειες αναφέρει η βιβλιογραφία στις αρχές του 20ού αιώνα) που έφυγαν από το Ipyoz, όπως ονόµαζαν το χωριό τους το 1923 – 1924 σε εφαρµογή της Συνθήκης της Λωζάννης.
Στο Ίππειος, το λοιπόν, σε αντικατάσταση του µουσουλµανικού πληθυσµού, εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες, Ρωµιοί Μικρασιάτες, στεγάζοντας πόνο, πίκρα και θύµησες στα ανταλλαγέντα τουρκόσπιτα και όχι µόνο σε αυτά.
Αλλά και στη δεκαετία του 1990 στον κάµπο του Ευεργέτουλα εγκαταστάθηκαν και δούλεψαν και συνεχίζουν να ζουν εκεί, ίσοι µεταξύ ίσων, και Αλβανοί εργάτες, που έστησαν εκεί τις οικογένειές τους. Κοινό µυστικό όµως, όσο κι αν θέλουµε να το απωθούµε από τη µνήµη µας και να στρουθοκαµηλίζουµε, είναι το τι τράβηξαν όλοι από το ντόπιο στοιχείο. Κι όµως… Το Ίππειος είναι χωριό µε µεγάλο ποσοστό οικογενειών απογόνων προσφύγων του 1922! Το Ίππειος είναι χωριό µε σηµαντικό αριθµό οικογενειών Αλβανών εργατών. Κι όµως, πρόσφατα, γονείς και παιδιά -ίσως παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα των παραπάνω- απέκλεισαν από τη γνώση οκτώ παιδιά, τέσσερα κορίτσια κι άλλα τόσα αγόρια που διαµένουν σε διαµερίσµατα, γεννηµένα µεταξύ 2005 και 2008, γιατί -λέει- θα….«ισλαµοποιήσουν» το χωριό τους!

Επειδή όµως το καλύτερο αντίδοτο στο δηλητήριο της ξενοφοβίας, του ρατσισµού και του φασισµού, είναι η γνώση, ας καταθέσουµε εµπειρίες προσφύγων της Μικρασίας στην Ελλάδα µετά το 1922.
Από τα αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών
– Απόστολος Μυκονιάτης (από το χωριό Ατζανός, κοντά στην Πέργαµο, απέναντι από τη Λέσβο)
«…Εµείς οι άλλοι περιµέναµε τρεις µέρες, ώσπου µπήκαµε σε καΐκια και µπαρκάραµε για τη Μυτιλήνη. Ώσπου να πατήσει το ποδάρι του ο τούρκικος στρατός στο χωριό, άραζαν καΐκια και µας έπαιρναν. Πίσω-πίσω στη Μυτιλήνη δεν µας δέχουνταν. ∆εν είναι και πλούσιος τόπος, από ένα µαξούλι περιµένει. Βασανιστήκαµε, κακοκοιµηθήκαµε, κακοφάγαµε, µεγάλη συµφορά πάθαµε. Και ποιος δεν έκλαψε νεκρούς; Και ποιος δεν κακοπάθησε και ποιος δεν κλαίει ακόµα; Μονάχα τα παιδιά που γεννήθηκαν εδώ, τ’ ακούνε σαν ψεύτικα παραµύθια…».
– Κατίνα Εµφιετζή – Μητσάκου
Ήρθε στην Ελλάδα σε ηλικία τριών ετών. Η µαρτυρία της στηρίζεται σ’ αυτά που της περιέγραψε η µητέρα της Αναστασία. Ο πατέρας της, Ιορδάνης Εµφιετζής, εκτελέστηκε από τον τουρκικό στρατό. Ως Τούρκος υπήκοος, κλήθηκε να υπηρετήσει σ’ αυτόν. Λιποτάκτησε, τον συνέλαβαν και τον εκτέλεσαν. Όσα υπέφερε η οικογένειά της,τα περιέγραψε λίγο πριν πεθάνει.
«…Βγήκαµε στη Ραιδεστό µε το καράβι, κατεβήκαµε και ξανά πάλι στο τρένο για την Αδριανούπολη. Ο κόσµος εκεί είχε ξεσηκωθεί να υποδεχτεί τους πρόσφυγες, αλλά έγινε φασαρία µε τους Τούρκους, κι αναγκαστήκαµε να µπούµε πάλι στα τρένα. ∆εν χωρούσανε όλοι κι ανεβήκανε ακόµα και πάνω στις σκεπές. Κι έτσι ήρθαµε στην Ελλάδα… Φτάσαµε στη Θεσσαλονίκη, στα στρατόπεδα που µένανε παλιά οι Άγγλοι στρατιώτες στον Ευρωπαϊκό Πόλεµο. Εκεί πάλι, είχαν αφήσει πολεµοφόδια. Κάθε µέρα γίνονταν εκρήξεις. Πεθαίνανε παιδιά που πειράζανε ό,τι βρίσκανε. Έσκαγαν οι οβίδες και είχαµε θανάτους πολλούς…
Κάποια φορά, η µητέρα µε τον Ζαχαρία και οι θείοι µου γύριζαν τη Θεσσαλονίκη να νοικιάσουν σπίτι. Μα, έλεγα στη µητέρα µου µετά, στην κατάσταση που ήσασταν, βροµεροί, τσαλακωµένοι, πατηµένοι, ποιος θα σας νοίκιαζε σπίτι; Ποιος θα εµπιστευόταν έναν πρόσφυγα;
Η εγκατάσταση στην Ελλάδα: τα πρώτα χρόνια και ο ρατσισµός. Κι έτσι πήγαµε στα Σέρρας -µας είχαν πει ότι εκεί είχε άδεια σπίτια- και στην αρχή µείναµε σ’ ένα αρχοντικό. Του «Αλή πασά», έτσι το λέγανε. Στη σάλα καθόταν µια οικογένεια, στα δωµάτια µια άλλη… Στη συνέχεια χτίσαµε σπίτι, αλλά ούτε παράθυρα ούτε κουφώµατα είχε, γιατί δεν υπήρχε ξυλεία. Το µισό δωµάτιο δεν είχε πάτωµα. Φέρνανε ξυλεία αλλά πού να φτάσει για όλον αυτό τον κόσµο που ήθελε να χτίσει!
Αλλά κι αφού ήρθαµε στας Σέρρας, οι ντόπιοι δε µας θέλανε. Πήγαινε ο θείος να πάρει ζάχαρη για το τσάι και δεν του δίναν. Κάρβουνα δεν δίναν σε πρόσφυγα! Να, ο ρατσισµός πώς ήταν! Εγώ µέχρι που τέλειωσα το σχολείο, στην Ελλάδα, βιβλία δεν είχα, εκτός από το αναγνωστικό κι ένα βιβλίο φυσικής! Η ιστορία ήταν ένα τεύχος σαν κόµικς, ούτε γραµµατική είχα, τα µαθηµατικά µας τα ‘λεγαν προφορικά και τα σηµειώναµε. Κι εγώ έπαιρνα και διάβαζα από τα βιβλία των αγοριών, που τα είχαν φέρει από την πατρίδα, γιατί εκεί είχαν όλα τα βιβλία, είχαν και σάλπιγγες και κάνανε και µουσική! Μόνο τις σάλπιγγες δεν µπόρεσαν να φέρουν! Όλα τα είχαµε στην πατρίδα!»
– Ανδρονίκη Καρασούλη Μαστορίδου (από τη Σπάρτη της Πισιδίας):
«…Στους Σπαρταλιώτες έδωσαν 24 ώρες προθεσµία να φύγουν. Άλλοι µε τα πόδια, άλλοι µε αµάξι πήραν τον δρόµο της εξορίας. Στο δρόµο τούς έγδυσαν και απ’ αυτά που µπόρεσαν να πάρουν µαζί τους. Οι δικοί µας είχαν την προνοητικότητα να βάλουν σόλες στα παλιά τους παπούτσια και µέσα απ’ αυτήν να στρώσουν φλωριά όσα µπορούσαν. Αν και τα τρύπησαν τα καρφιά του τσαγκάρη, αυτά τουλάχιστον έµειναν. Με χίλια βάσανα έφθασαν στην Μερσίνα.
Εκεί τους παρέλαβαν ελληνικά πλοία. ∆υστυχώς και ο πλοίαρχος και το πλήρωµα ήσαν εναντίον των προσφύγων. Τους βασάνισαν όσο δεν φαντάζεσθε. Νερό δεν τους έδιναν και τους ανάγκαζαν να πιουν θαλάσσιο νερό. Έκαµαν δεκατέσσερις µέρες στο βαπόρι, όταν σταµατούσε το βαπόρι στα νησιά, µια λίρα χρυσή την στάµνα το νερό τούς πουλούσαν οι νησιώτες! Και ενώ µε λαχτάρα τραβούσαν την στάµνα δεµένη µε σχοινί, το πλήρωµα έκοβε το σχοινί και έµεναν µε την λαχτάρα. Πάει και η στάµνα, πάει και η λίρα! Από τα θαλάσσια νερά που ήπιαν µια ξαδέλφη του Κυριάκου, ∆έσποινα Χότζογλου, έπαθε µόλυνση των εντέρων -εικοσάχρονη κοπέλα!- και ύστερα από µερικές µέρες στης πεθεράς µου πέθανε και αυτή. Ποιος ξέρει και πόσοι άλλοι.
Αλήθεια, πόσα ανθρωποφόρα θηρία υπάρχουν ανάµεσά µας; γιατί τους βασάνιζαν τους βασανισµένους; τι ήθελαν; δεν έβλεπαν τα χάλια τους; διωγµένοι από τη χώρα τους, από τα σπίτια τους, χωρισµένοι απ’ τα αγαθά τους, ίσως ίσως εξ αιτίας τους. Τι ήθελαν και ήλθαν στις χώρες αυτές; Για να ερεθίσουν τα θηρία εκείνα; Αφού δεν ήσαν άξιοι να κρατήσουν όσα κατέκτησαν και µας άφησαν ύστερα στην οργή τους; Ενάµισι εκατοµµύριο Χριστιανισµός εχάθη εξ αιτίας τους. Και τώρα στα υπολείµµατα, στα ανθρώπινα ράκη, όπως κατάντησαν οι ίδιοι, είχαν τον σαδισµό να τους βασανίσουν. Ας όψονται οι υπεύθυνοι…».
– Καλλισθένη Καλλίδου (από τo χωριό Φερτέκι της Καππαδοκίας, κοντά στη Νίγδη).
«∆εκαπέντε µέρες µείναµε στα βαπόρια. Έπειτα φτάσαµε στον Πειραιά. Απ’ τον Πειραιά µόνο τα σύρµατα ξέρω. Στα σύρµατα είκοσι µέρες µας κρατήσανε. Αµάν, πολύ µας ρεζιλέψανε, πολύ µας βασανίσανε. Μας βάλαν στη σειρά. Τα µικρά και τις γριές απ’ τη ρίζα µας κουρεύανε. Έκλαιγα, φώναζα: Ψάξε µε, δες µε, δεν έχω ψείρες! Με το ζόρι µε κουρέψανε! Σαν κολοκύθι µε κάνανε. Πολύν καιρό έπειτα ντρεπόµουνα να βγω στην αγορά να ψουνίσω. Μας γδύσανε. Ό,τι φορούσαµε στον κλίβανο, άντε, τα βάλανε. Παπούτσια δεν είχαµε έπειτα να φορέσουµε. Μας δίνανε να φάµε. Είχαµε και µαζί µας. Όµως στην καραντίνα µεγάλο ρεζιλίκι, µεγάλο σεφιλίκι (κακοπάθεια) ήτανε. Είκοσι µέρες κράτησε.
Από τον Άη-Γιώργη, απ’ τον Πειραιά, µας βάλανε στο βαπόρι, στη Θεσσαλονίκη µας φέρανε. Μας βγάλανε και µας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης µας αφήσανε. Στα σοκάκια της Θεσσαλονίκης πεταµένοι ήµαστε. Έτσι ξαπλωµένοι, µέσα στα σοκάκια. Περνούσε κόσµος και µας έβλεπε. Αµάν, ρεζιλίκι!
Πέρασε ένας άντρας, ένας τρανός. Μας πέταξε µια πεντάρα. Έπιασα την πεντάρα, φώναζα, έκλαιγα: Εµείς έχοµε λεφτά! Εµείς έχοµε να φάµε! Αφήσαµε τα σπίτια µας, τόσα αµπέλια αφήσαµε! ∆εν είµαστε ζητιάνοι εµείς!
– Άσε την πεντάρα. Ησύχασε, έλεγε η µητέρα µου. Η µάνα µου άρρωστη ήταν. Ένα κουβάρι µαζεµένη καθότανε.
Περνούσε ο κόσµος. Μας βλέπανε από µακριά. ∆εν ερχόντανε κοντά µας:
Προσφυγιά! προσφυγιά! λέγανε και περνούσανε….».
Για την αντιγραφή
ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΑΛΑΣΚΑΣ






































































































