Γράφει ο Γεώργιος Γενετζάκης, φιλόλογος στο Χαλάνδρι
Αύγουστος, ο κατεξοχήν μήνας της ραστώνης. Οι άνθρωποι αποκαμωμένοι από την εργασία τους αναζητούν αποφόρτιση από την καθημερινή πίεση για λίγες ημέρες σε κάποιο θέρετρο της θάλασσας ή του βουνού. Τα πρωτόκολλα ένδυσης και τα κουραστικά «πρέπει» εγκαταλείπονται και όλοι αφήνονται στην απόλαυση της ηρεμίας του φυσικού περιβάλλοντος.
Τα πάντα αμβλύνονται υπό την επήρεια της ανεμελιάς και της έλλειψης προγράμματος. Η ταχύτητα και το άγχος των μεγαλουπόλεων δίνουν τη θέση τους σε χαλαρούς ρυθμούς. Ξαναγινόμαστε ο εαυτός μας, ο καθένας στο πραγματικό του επίπεδο. Οι απαγορεύσεις και τα προσχήματα αίρονται, προσφέροντας ευκαιρία για παρατηρήσεις.
Η σκηνή διαδραματίζεται σε παραλιακό εστιατόριο, από εκείνα που συνήθως σφύζουν από κόσμο το καλοκαίρι. Δίπλα μου μία τριμελής οικογένεια, οι δύο γονείς και το 11χρονο αγόρι τους, «συντρώγουν».
Ο εντεκάχρονος, κουρεμένος με τρόπο που αποτυπώνει την επικείμενη είσοδό του στον κόσμο της εφηβείας, σκυμμένος συνεχώς πάνω στο κινητό του, που προοιωνίζεται ακόμη και σκελετική επίπτωση στο μέλλον, παρακολουθεί ένα βιντεοπαιχνίδι και συγχρόνως απλώνει το χέρι του εντελώς μηχανικά και πιάνει μεζέδες από τα πιάτα του τραπεζιού και τους βάζει στο στόμα του, χωρίς να σηκώνει τα μάτια του από το κινητό του. Η οπτική επαφή με το φαγητό δεν φαίνεται να τον απασχολεί. Συγχρόνως, δεν μιλάει σε κανένα από τους γονείς του. Προέχει το ενδιαφέρον στο κινητό του. Αυτό γίνεται όλη την ώρα. Ουσιαστικά είναι παρών – απών στην οικογενειακή σύναξη.
Συγχρόνως, η μητέρα είναι απασχολημένη στο δικό της κινητό και δείχνει αφοσιωμένη σε κάτι που βλέπει, ενώ κατά καιρούς απευθύνεται στον σύζυγό της ολιγόλογα και συνεχίζει το «έργο» της. Ο σύζυγος παρακολουθεί κάτι και αυτός στο κινητό του, απαντώντας κοφτά στις ελάχιστες φορές, που η σύζυγος τού απευθύνεται. Είναι και τα τρία μέλη της οικογένειας παρόντα σε ένα τραπέζι, αλλά η επικοινωνία μεταξύ τους είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Έχουν βγει μαζί για φαγητό, αλλά ο νους του καθενός είναι αλλού!
Στο μυαλό μου δημιουργούνται τα παρακάτω ερωτήματα: Ο πανάρχαιος θεσμός του οικογενειακού τραπεζιού, όπου τα μέλη της οικογένειας τρώνε και συζητούν, ενδεχομένως διαφωνούν αλλά κυρίως επικοινωνούν, δεν έχει να προσφέρει πλέον τίποτε, εξέπεσε μόνο στην ικανοποίηση του σώματός μας; Η ανάγκη για επικοινωνία των μελών της οικογένειας έχει αντικατασταθεί από άλλα πρόσωπα μέσω του κινητού; Ποιοι έχουμε την ευθύνη για αυτήν την κατάσταση, αν όχι εμείς, οι γονείς;
Το συγκεκριμένο περιστατικό, ατυχώς, δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Τείνει να γίνει σταθερό σημείο αναφοράς της καθημερινότητάς. Τα παιδιά από μικρά βλέπουν τους γονείς τους να σερφάρουν στο κινητό τους σε κάθε ευκαιρία συνεύρεσης. Έτσι και αυτά τούς μιμούνται. Πολλοί γονείς δυστυχώς δεν κάνουν λελογισμένη χρήση του κινητού -επαναστατική τεχνολογία του προηγούμενου αιώνα- πού πλέον έχει μετατραπεί σε σύγχρονο ναρκωτικό. Μετά γκρινιάζουμε οι εκπαιδευτικοί στο σχολείο, που τα παιδιά είναι κολλημένα στο κινητό τους! Μα αφού οι ίδιοι οι γονείς έχουμε συμβάλει σε σημαντικό βαθμό σε αυτή τους την εξάρτησή!
Συνηθίζουμε, στην αναζήτηση γενεσιουργών παραγόντων ενός αρνητικού κοινωνικού φαινομένου, να επιρρίπτουμε ευθύνες παντού (κυβέρνηση, επιτελικό κράτος, εκπαίδευση) εκτός από τον εαυτό μας. Έτσι όμως, αποποιούμενοι των ευθυνών μας, αρνούμαστε να βελτιώσουμε τη συμπεριφορά μας. Το κάθε παιδί μεγαλώνει πρωτίστως σε μία οικογένεια. Αναμφισβήτητα, το κράτος οφείλει να δημιουργεί προϋποθέσεις θετικής παιδαγωγικής ανάπτυξης, αλλά το παιδί ανατρέφεται από τους γονείς του. Αυτοί του προσφέρουν τα πρώτα παραδείγματα λόγου, σκέψης και πράξης. Αυτοί θα του μάθουν βασικούς τρόπους συμπεριφοράς, θα του διδάξουν ότι η ελευθερία συνδέεται με όρια, θα σμιλέψουν την προσωπικότητά του με αρετές, θα του ορίσουν πρόγραμμα ζωής1. Οι γονείς είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της κοινωνίας. Η ευθύνη μας τεράστια!
1. Jonathan Haidt, Η Γενιά του άγχους, εκδ. Παπασωτηρίου, Αθήνα 2024, σελ. 9-10, και 306-307





































































































