H εξουσία όταν μένει ανεξέλεγκτη, να λειτουργεί εν αγνοία των πολιτών, «γεννά» αυθαιρεσίες. Και, δυστυχώς, ο έλεγχός της είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να εναποτίθεται αποκλειστικά στα χέρια (κι ενίοτε στη… διάθεση) των δημοσιογράφων.
∆υστυχώς, και στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η παρουσία των πολιτών στο κέντρο λήψης των αποφάσεων, δηλαδή στο ∆ημοτικό Συμβούλιο, είναι από περιορισμένη έως ανύπαρκτη. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις που συζητούνται θέματα που αφορούν συνήθως μεμονωμένες ομάδες πολιτών, οι περισσότερες συνεδριάσεις Δημοτικών Συμβουλίων γίνονται με τα έδρανα των πολιτών να παραμένουν…. εκκωφαντικά άδεια. Και βέβαια δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στον ∆ήμο Αμαρουσίου, ο οποίος μάλιστα παρουσιάζει πολύ καλύτερη εικόνα στο σημείο αυτό σε σχέση με γειτονικούς ΟΤΑ. Ωστόσο και στην περίπτωσή του, εάν παρατηρήσει κάποιος τα πρόσωπα των πολιτών που παρακολουθούν με σχετικά αυξημένη συχνότητα τις σχετικές συνεδριάσεις, θα διαπιστώσει ότι συνήθως είναι τα ίδια.
Τι συμβαίνει, όμως, και ο κόσμος αρνείται να συμμετάσχει στον διαφημιζόμενο ως τον κορυφαίο δημοκρατικό θεσμό των τοπικών κοινωνιών;
Από τη μία μπορούμε να παραθέσουμε μία σειρά από λόγους, όπως η εξοντωτική σε ρυθμούς καθημερινότητα του καθενός, με τις χιλιάδες υποχρεώσεις και ανάγκες που πρέπει να καλυφθούν. Καλή δικαιολογία, αλλά αρκεί για να δικαιολογήσει την παντελή απουσία μας από τα κοινά της πόλης που ζούμε;
Από την άλλη, η ίδια η τοπική εξουσία φροντίζει, όχι απλώς να αποτρέπει την παρουσία πολιτών στα ∆ημοτικά Συμβούλια, αλλά και να αποθαρρύνει όσους το τολμούν από το να το επαναλάβουν. Το πώς το έχουμε ζήσει όσοι έχουμε παρακολουθήσει ανάλογες συνεδριάσεις. Απαράδεκτες καθυστερήσεις στην έναρξη των Συμβουλίων, μαραθώνιες συζητήσεις που διαρκούν έως τα βαθιά μεσάνυχτα -αν όχι και χαράματα- «σκυλοκαυγάδες» για να κερδηθούν (ή μήπως να χαθούν;) οι εντυπώσεις. Συνθήκες, δηλαδή, που μόνο ένας επαγγελματικά διεστραμμένος (βλέπε δημοσιογράφος) θα μπορούσε να… υποστεί.
Μα θα πει κάποιος, εδώ δεν προλαβαίνουμε να ασχοληθούμε με το σπίτι μας, στα Συμβούλια θα τρέχουμε; Εξάλλου, γι’ αυτό έχουμε τους συλλόγους, για να μας εκπροσωπούν εκεί…
Φοβούμαστε, ότι κάποιοι από εμάς δεν έχουμε συνειδητοποιήσει ότι όσοι συνεδριάζουν στα επιμέρους ∆ημοτικά Συμβούλια αποφασίζουν για το σπίτι μας, τις οικογένειές μας, το μέλλον μας. Συμφωνούμε ότι ανάμεσα στα καθήκοντα ενός συλλόγου είναι να παρακολουθεί και τις σχετικές συνεδριάσεις των αιρετών, για θέματα που απασχολούν τις περιοχές τους. Και βέβαια στη συνέχεια θα πρέπει να ενημερώνουν τα μέλη τους για το τι έχει συμβεί. Αλλά ποια μέλη τους;
Αν ψάξει κανείς βαθύτερα, συνομιλώντας με διάφορους προέδρους συλλόγων, θα διαπιστώσει αυτό που όλοι γνωρίζουμε, αλλά προσπαθούμε να «κρύψουμε κάτω από το χαλάκι». Ελάχιστα είναι τα ενεργά μέλη των συλλόγων, γιατί ελάχιστοι είναι αυτοί που επιλέγουν να αφιερώσουν λίγο από τον ελεύθερο χρόνο τους για να συμμετάσχουν στις συναντήσεις αυτών των ομάδων ενεργών πολιτών. Κι εδώ θα ακούσουμε συχνά το αμίμητο «σιγά, μωρέ, που θα χάσω εγώ την Κυριακή μου για να τρέχω σε συμβούλια και συλλόγους».
Πάμε ακόμη βαθύτερα; Πόσοι από εμάς που μπήκαμε στον κόπο να λάβουμε μέρος σε κάποια συνέλευση συλλόγου γονέων και κηδεμόνων αισθανθήκαμε αγοραφοβία(!) από τον πολύ κόσμο που συναντήσαμε σε αυτήν; Ούτε εκεί μας αφορούσε το θέμα; Ούτε με τα παιδιά μας έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε;
Με αυτά και μ’ εκείνα, αφήσαμε τους τοπικούς άρχοντες να αποφασίσουν μόνοι. Κι όταν οι αποφάσεις τους στρέφονται ενάντια σε ό,τι πιστεύουμε, εκ των υστέρων προσπαθούμε να διαμαρτυρηθούμε, συνήθως χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ακόμη και οι σύλλογοί μας αδυνατούν να μας υπερασπισθούν, αφού τους εγκαταλείψαμε κι αυτούς μόνους, τους καταστήσαμε ανίσχυρους και αδύναμους να διαπραγματευθούν με την όποια εξουσία. Με άλλα λόγια, φροντίζουμε οι ίδιοι να καταστρέφουμε τα μοναδικά «όπλα» που μας απέμειναν απέναντι στην όποια αυθαιρεσία της όποιας διοίκησης.
«Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα», τραγουδούσε παλαιότερα ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου. Μα και σήμερα θα μπορούσε να μας σιγοτραγουδήσει στο αυτί τους ίδιους στίχους, αφού τίποτε δεν έχει αλλάξει. Και φυσικά δεν πρόκειται ν’ αλλάξει, εάν πρώτοι απ’ όλους δεν αλλάξουμε εμείς. Αν δεν βάλουμε στην άκρη τις δικαιολογίες και τα συνηθισμένα «άλλοθί» μας, και δεν πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας. Αν δεν «ξεκολλήσουμε» από τον καναπέ και το «χαζοκούτι» μας, και δεν αρχίζουμε να ασχολούμαστε και να ενδιαφερόμαστε για ό,τι συμβαίνει στο διπλανό πάρκο, στο σχολείο του παιδιού μας, στην πλατεία της γειτονιάς μας.
Όταν καίγεται το σπίτι σου, δεν περιμένεις άπραγος την Πυροσβεστική Υπηρεσία να το σώσει. Πιάνεις κι εσύ τη μάνικα και ρίχνεσαι στη μάχη. Αν δεν το έχουμε καταλάβει ακόμη, το δικό μας σπίτι έχει αρχίσει να καίγεται…
Θάνος Σταθόπουλος






































































































