Τι κι αν απ’ τα μπαλκόνια σου
χάθηκε η λεβάντα
Μαρούσι νυχτοήμερα
όμορφο θα’ σαι πάντα.
Γράφει ο Δημήτρης Μασούρης
Όταν ο Λατίνος συγγραφέας Αύλος Γέλλιος περιέγραφε την εποχή των κερασιών στα όρια του Μαρουσιού προς Κηφισιά τις όμορφες γαλήνιες αττικές νύχτες, θα γνώριζε πολύ καλά τι είναι να περάσεις, συζητώντας με γνωστούς και φίλους κάτω από τον έναστρο ουρανό τις όμορφες αναμνήσεις και μοιράζοντάς τες με άλλους.
Μια τέτοια αττική νύχτα ασημοθώρητη, ήρεμη, όταν οι θόρυβοι των μεριμνών της ζωής είχαν κοπάσει, μας χάρισε ο Σύλλογος Αθμονέων το Δευτερόβραδο της 15ης Ιουνίου, πραγματοποιώντας την ετήσια συνάντησή του στην απαστράπτουσα από καθαριότητα μαρμαροπελεκητή από υλικό του Κοκκιναρά και της Βόρειας Ελλάδας, πλατεία της Κασταλίας στο Μαρούσι κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της αρχαίας προστάτιδας του Αθμόνου Αμαρυσίας Αρτέμιδος.
Εκείνη πάνω από το περιφανές βάθρο της των λιονταριών με το πλούσιο νερό, που ρέει από το στόμα τους, παρακολουθούσε και σκεπτόταν: «Δεν είμαι εκείνη η Άρτεμις των παλαιών καιρών, που στήθηκε το 1925. Ωστόσο όποια και να’ μαι σας παρακολουθώ και χαίρομαι, που είστε όλοι εδώ γνήσιοι απόγονοι των Αθμονέων και παρεπιδημούντες ευπρόσδεκτοι. Χρόνια είχα να δω τόσο κόσμο απ’ τους προπολεμικούς καιρούς, όταν παραμονές της Παναγίας της Μαρουσιώτισσας, που με διαδέχτηκε και μοιράστηκα την αγάπη σας με Εκείνη. Εδώ στον ίδιο χώρο πίνατε την γκαζόζα σας -εκείνη της Ήβης- και χαιρόσαστε την κρυστάλλινη βανίλια -το υποβρύχιο- στο ποτήρι απ’ το καφενείο του Κώτσου τ’ Αλημαλά».
Αυτό το Δευτερόβραδο, η πρόεδρος και τα μέλη του Συλλόγου Αθμονέων, που δεξιώθηκαν τους Μαρουσιώτες, κατέβαλαν κάθε επαινετή προσπάθεια, για να περάσουν εκείνοι, όσο το δυνατόν πιο ευχάριστα. Άνετος χώρος με εκλεκτούς μεζέδες, άφθονα αναψυκτικά και μπίρες, όμορφη μουσική έδωσαν ένα πρελούδιο διάθεσης ευχάριστης για παρόρμηση σε χορό, τραγούδι και συζήτηση. Τους συνδαιτυμόνες χαιρέτισε η πρόεδρος του Συλλόγου Αθμονέων η ανυπέρβλητη απέραντης αγάπης για το Μαρούσι ως οικοδέσποινα κ. Μαρούλα Χατζηδημητράκη-Λύτσικα.
Αναλογίζομαι την πρωταρχική έμπνευση, που είχε ο ιδρυτής του Συλλόγου Αθμονέων ο τότε αρχαιόφιλος αείμνηστος φιλόλογος καθηγητής στο τότε μοναδικό Γυμνάσιο Αμαρουσίου Χρήστος Ηλιόπουλος να πραγματοποιήσει (1925) αυτόν το Σύλλογο, Σύνδεσμο Αθμονέων τον είχε ονομάσει. Αυτός ήταν και ο πρώτος πρόεδρος του Συνδέσμου. Τι δυσκολίες είχεν αντιμετωπίσει με το να περισώσει ό,τι αρχαίο υπήρχε στο Μαρούσι, ιδρύοντας ένα πρόχειρο και προσωρινό Αρχαιολογικό Μουσείο των Αθμονέων στο ναό της Παναγίας της Νεραντζιώτισσας! Σ’ αυτό το ναό είχε συγκεντρώσει κίονες, θωράκια, επιστύλια, επιτύμβιες στήλες κλπ. Ο ναός τότε είχε για τον πρόεδρο αποτελέσει μνημείο αγάπης στον προσωπικό του μόχθο. Αλλά και τα άλλα μέλη του πρωτογενούς αυτού συνδέσμου αντιπρόεδρος του οποίου ήταν ο επίσης καθηγητής στο Γυμνάσιο Αμαρουσίου Π. Κανελλόπουλος, ο Νικ. Κουτσός μεγαλοκτηματίας και πρώην πρόεδρος της κοινότητας Αμαρουσίου, ο γενικός γραμματέας και νομικός σύμβουλος Α. Παπαδημητρίου δικηγόρος και ο ταμίας Κ. Μάρκου, έμπορος στο Μαρούσι, διέθεταν προθυμία και βοήθησαν το μεγάλο για το Μαρούσι έργο. Η εκκλησία και η κοινότητα ήταν θετικοί παράγοντες και τα μέγιστα είχαν βοηθήσει στη δημιουργία αυτού του Αρχαιολογικού Μουσείου. Όμως με την πάροδο του χρόνου ο Σύνδεσμος ατόνισε, ήλθε ο πόλεμος και η κατοχή, τα εκθέματα διασκορπίστηκαν, χάθηκαν… και ξαφνικά στους καιρούς μας δημιουργείται πάγκαλλον αρχαιολογικό μουσείο με αρχαιολογικά ευρήματα της Αττικής Οδού και των γύρω περιοχών της οριακής γραμμής του Μαρουσιού στην Κηφισιά. Εκεί, στον Πειραιά και την Αθήνα θα μεταφερθούν ανεκτίμητα κειμήλια της Αθμόνιας γαίας.
Και το Μαρούσι περιθωριοποιήθηκε έτσι, ώστε να μας θυμίζει το λόγο του Βρέννου προς τους Ρωμαίους «Vae Victis (=αλίμονο στους ηττημένους)».
Αυτά τα πέντε άτομα του Συνδέσμου τότε, που απέκτησε πολλά μέλη τότε, είχαν επηρεάσει την κοινωνία των 8.500 κατοίκων (1930) από τους οποίους τα δύο τρίτα ήταν ντόπιοι. Είκοσι χιλιάδες στρέμματα καλλιεργήσιμης γης στο Μαρούσι από την Καλογρέζα, τον Μπέληκα και την Αρκούδα, τη Λυκόβρυση, την Ντάπα, τον Αναβρυτά-δασόκτημα Συγγρού-, το Θάλοσι, το Πάτημα, τη Φραγκοκλησιά, το Σωρό, τον Αχλαδόκαμπο και τον Παράδεισο, μια περιοχή ακμαία σε ελαιώνες, αμπέλια, στάρι, οπωρικά και άφθονο νερό, που προστάτευε άλλοτε η Αμαρυσία Άρτεμις και τώρα η Παναγία η Μαρουσιώτισσα, ήταν πλούσια σε αγροτικά προϊόντα και αρχαιολογικά ευρήματα. Δέσποζε κάποτε στην περιοχή του Σωρού ένας Τύμβος καύχημα της ιστορίας του, μνήμη του Θησέα.
Οι Μαρουσιώτες φρόντιζαν για την πόλη τους. Ό,τι καλύτερο διέθετε η αγορά της εποχής το έφερναν στο Μαρούσι. Κάλεσαν στην πόλη τους τον πρώτο αγιογράφο το Σπυρίδωνα Χατζηγιαννόπουλο, για να αγιογραφήσει το ναό της Παναγίας με ναζαρηνή τεχνοτροπία. Κάλεσαν τον πρώτο γλύπτη της εποχής του Φιλήμονα για να φιλοτεχνήσει το Ηρώον και το άγαλμα της Αμαρυσίας Αρτέμιδος, που στόλιζε τα λιονταράκια στην πλατεία Κασταλίας (ύψους 1,30 μ.), που χάθηκαν ένα πρωινό της γερμανικής κατοχής κ.ά.
Αλλά όχι μόνον τότε αλλά και σήμερα η φωνή του Συλλόγου Αθμονέων γίνεται ακουστή. Το έργο, που ο καθηγητής Ηλιόπουλος άρχισε, μπορεί να ατόνισε τα μεταπολεμικά -κατοχικά χρόνια- αλλά αναβίωσε με την παρουσία του αξιόλογου μαρουσιώτη αείμνηστου Αντώνη Διάμεση, που αγάπησε πραγματικά το Μαρούσι και έκλεισε την ψυχή του μέσα στο πατρικό του σπίτι για τη φροντίδα των Αθμονέων. Το έργο του αργότερα ακολούθησε ο κ. Αρ. Αθανασιάδης επάξια, για να συνεχιστεί από τη σημερινή πρέσβειρα του Αμαρουσίου κ. Μαρούλα Χατζηδημητράκη-Λύτσικα, που άγρυπνα παρακολουθεί, επισημαίνει, πραγματοποιεί και επαναφέρει με την επέμβασή της τις όποιες χαλαρές συνδέσεις του Μαρουσιού με τη μακροχρόνια ιστορική πορεία του.
Το Δευτερόβραδο της 15ης Ιουνίου ήταν μια σπάνια για το Μαρούσι εκδήλωση, που έκλεισε στις σελίδες του μια αναμνηστική νοσταλγία των παλαιών εκείνων καλών για την πόλη βραδινών οικογενειακών και φιλικών συναντήσεων.







































































































