Κι αυτό σε μικρομεσαίο επίπεδο, γιατί στους μεγαλύτερους ομίλους τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα. Με την ανοχή ενός φοβισμένου κρατικού μηχανισμού, ο οποίος αδυνατεί ακόμη και να εισπράξει εκατ. ευρώ χρωστούμενα (φόρους, ασφαλιστικές εισφορές), μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι εξακολουθούν να «σπεκουλάρουν» εις βάρος των καταναλωτών. Στον αντίποδα -γιατί υπάρχουν κι αυτά τα παραδείγματα- άλλοι όμιλοι και επιχειρήσεις, που δεν παρασιτούν και καταβάλλουν ανελλιπώς τις υποχρεώσεις τους προς το κράτος, όχι απλώς αισθάνονται «ριγμένοι», αλλά αδυνατούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, αφού το κράτος -στην ευρύτερη μορφή του- φροντίζει να τους στερεί την πολύτιμη ρευστότητα.
Το διάστημα που μεσολαβεί έως το τέλος αυτής της επώδυνης για τους Έλληνες χρονιάς είναι πράγματι κρίσιμο οικονομικά και πολιτικά. Οικονομικά, γιατί η κυβέρνηση θα πρέπει να πείσει τους ξένους «συνεταίρους» της ότι μπορεί να συμμαζέψει τα του οίκου της, ώστε να «ξεκλειδώσει» την επόμενη δόση από το χρηματοδοτικό πακέτο στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Την ίδια στιγμή, όμως, θα πρέπει να πείσει και τον Έλληνα φορολογούμενο ότι έχει λόγο να συμβάλλει στο ξεπέρασμα της οικονομικής κρίσης. Και μέχρι σήμερα αυτό δεν έχει διαφανεί.
Απεναντίας, ο Έλληνας αισθάνεται να δέχεται πολλαπλά κτυπήματα (μειώσεις μισθών και συντάξεων, αύξηση φόρων, ακριβότερα τιμολόγια, μεγαλύτερη ανεργία κ.ο.τ.), χωρίς από πουθενά να βλέπει προοπτικές άντλησης νέων εσόδων. Αυτή η κατάσταση, εκτός του ότι ακυρώνει ουσιαστικά κάθε διάθεση για επένδυση -σε μικρή ή μεγαλύτερη κλίμακα- οδηγεί, με μαθηματική ακρίβεια, σε ακόμη μεγαλύτερη υστέρηση εσόδων, αφού, ως γνωστόν, «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».
Παράλληλα, υφέρπει πάντα ο κίνδυνος κάποια στιγμή να δημιουργηθούν εκρηκτικές κοινωνικές συνθήκες, που θα κατεβάσουν στους δρόμους ακόμη και επαγγελματικές ομάδες που δεν έχουμε συνηθίσει ν’ απεργούν. Κίνδυνος που, μάλιστα, αυξάνει όσο μειώνεται το «λίπος» που είχε απομείνει σε κάποιους πολίτες, είτε ως αποτέλεσμα αποταμιεύσεων περασμένων ετών, είτε ως προϊόν της παρα-οικονομίας, που -στις περιπτώσεις των απλών πολιτών- σημαίνει τη δεύτερη, απογευματινή δουλειά, για να πληρωθούν τα έξοδα που δεν καλύπτονται από τον νόμιμο μισθό…
Αναμφίβολα, έχουμε δύσκολο δρόμο μπροστά μας, τον οποίο κάνει ακόμη δυσκολότερο η απουσία ουσιαστικού σχεδίου εξόδου από την κρίση. Η αίσθηση ότι η κυβέρνηση «ταξιδεύει όπως την πηγαίνει ο καιρός» γίνεται κάθε μέρα και πιο έντονη, πολλαπλασιάζοντας την ανασφάλεια των νοικοκυριών. Από κοντά έρχεται και η εθνική μας υπερβολή στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα πράγματα, η οποία μπορεί στο παρελθόν να μας οδήγησε στην επίτευξη ιδιαίτερα τολμηρών εγχειρημάτων, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μάς στερεί από την ικανότητα ν’ αντιμετωπίζουμε με νηφαλιότητα και ψυχραιμία μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.
Ας ελπίσουμε ότι, σε εύλογο χρονικό διάστημα, θα κατορθώσουμε ν’ αποκτήσουμε έναν νέο βηματισμό, γιατί ο προηγούμενος μόνο σε αναπτυξιακό δρόμο δεν μας έφερε. Και αν η διαδρομή φαίνεται «βουνό», ας θυμηθούμε τη ρήση που αναφέρει, ότι ακόμη και ο μαραθώνιος ξεκινά κάνοντας το πρώτο βήμα…




































































































