«Σαν σε πηδήσει ο Κατής, σε ποιόν να παραπονεθείς;»… ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ της Βούλας Δαμιανάκου ο ανωτέρω, και τον δανείζομαι, γιατί ταιριάζει στην περίσταση τώρα που η Ελλάδα δεν έχει σε ποιόν να παραπονεθεί, αφού την πήδησε ο Κατής!
ΤοποΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Τον τίτλο μου τον βρήκα, μα δεν είμαι καθόλου – μα καθόλου σίγουρη, πως θα καταφέρω να πω αυτό που θέλω και να βγει και νόημα, διότι την εποχή αυτή, βιώνοντας την κορύφωση του δράματος που πλήττει τη χώρα μας, κραυγές θυμού κυριαρχούν στη ψυχή και στο μυαλό μου.
Και με κραυγές δεν γίνεται να συνεννοηθούν οι άνθρωποι. Εδώ και καιρό λοιπόν, με κυνηγάει η συγκεκριμένη ρήση, γιατί είναι φορτισμένη με την τεράστια δύναμη της λαϊκής σοφίας, που με τρεις λέξεις τα ’πε όλα. Έτσι όπως έκαναν και οι παροιμίες, τις οποίες κάποτε οι Ελληνίδες Μανάδες ανέσυραν κατά την περίσταση από την «Κιβωτό της Διαθήκης» των Δώδεκα και Ενός Θεών των Ελλήνων και τις παρέδιδαν στα παιδιά τους, σαν μαθήματα ζωής. Αυτό ΚΑΠΟΤΕ!!!
ΒΟΥΛΑ ΔΑΜΙΑΝΑΚΟΥ: Πεζογράφος – Ποιήτρια – Μεταφράστρια – Συγγραφέας «παλαιάς κοπής», έχει γράψει χιλιάδες σελίδες σε εφημερίδες και περιοδικά, δεκάδες βιβλία, και έχει μεταφράσει έργα κλασσικά, κυρίως του Σαίξπηρ. Μαστόρισσα μεγάλη, που γράφει πότε με το μίσχο κυκλάμινου, πότε με την άκρη πρωινής ή πυρωμένης καταμεσήμερης ή βροχολουσμένης ηλιαχτίδας. Πότε με πένα από ατσάλι, κι άλλοτε πάλι με όλα μαζί. Τα μέσα της γραφής της πλούσια, όσος και ο πλούτος της Ελληνίδας Γλώσσας, την οποία ευλογημένα κατέχει, καθώς την κληρονόμησε από τον Όμηρο, κάνοντας ΑΠΟΔΟΧΗ της κληρονομιάς! Γλώσσα ανεξάντλητη σε νοήματα ακριβά, όπως την άκουγε από τις μανάδες στη Μάνη, έτσι όπως την μιλούσαν στις συντροφιές τους με την Έλλη Αλεξίου, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη, τον Βάρναλη, τον Γληνό, τον σύντροφο της ζωής της Βασίλη Ρώτα, τότε που η «ελίτ» της διανόησης εκείνων των χρόνων ξενυχτούσε συζητώντας στο μικρό σπίτι τους στη Νέα Μάκρη.
Και η Βούλα, ανάμεσά τους να γεύεται με όλη την όρεξη των νιάτων της, το νέκταρ και την αμβροσία από την Ελληνική Παιδεία και τον Πολιτισμό. Παιδεία και Πολιτισμός, που αποκρυστάλλωσαν μέσα της, Θέσεις οι οποίες εκφράζονται εξοργιστικά αξιοζήλευτα, μέσα από την καθημερινότητα του Τρόπου Ζωής της. Αγωνίστηκε για τις πανανθρώπινες Αξίες και τα Ιδανικά της Δημοκρατίας, της Ελευθερίας, της Αξιοπρέπειας. Ζει «κατά τύχην» κι αυτή, όπως και άλλοι Αγωνιστές της Εθνικής Αντίστασης και δια της γραφής, «λογοδοτεί», γιατί αρνήθηκε τη «Σύνταξη» που της έδωσε το κράτος όπως σε όλους τους «Αντιστασιακούς». Μανιάτισσα Υπερήφανη, Ελληνίδα Ατόφια, και σαν Τέτοια, έζησε τα «πέτρινα χρόνια» της Κατοχής, και άλλες «Άνομες Εξουσίες», όπου γνώρισε πολύ καλά τι σημαίνει, να σε «πηδήσει ο Κατής»!…
ΣΑΝ ΣΕ ΠΗΔΗΣΕΙ Ο ΚΑΤΗΣ: Έχει την εξουσία. Έχει τη δύναμη των… Νόμων στα χέρια του. Βρίσκεται πάντα υπεράνω πάσης υποψίας. Ανήκει στους έχοντες τα Μέσα και στους κατέχοντες τους Τρόπους, οι οποίοι του παρέχουν τη δυνατότητα να Παραβιάζει, να Εκβιάζει, να Ερμηνεύει κατά το δοκούν το Δίκαιο, και να Εκμεταλλεύεται την πάσης φύσεως αδυναμία των ανθρώπων, περνώντας με «εύσχημο» τρόπο στο «πήδημα». Ένας Κατής Διεφθαρμένος! Το Σύστημα που τον ενθρονίζει και τον συντηρεί ΣΑΠΙΟ. Οι κατά καιρούς αναθυμιάσεις της σαπίλας, προσεγγίζονται δια των κομματικών-παραταξιακών οδών, αναλύονται αναλόγως: δια μέσου της χρωματικής παλέτας του «πολιτικού λόγου», όπου σημαίνοντα ρόλο, παίζουν «καταξιωμένοι» εκπρόσωποι του «Ελληνικού Λαού» – οι οποίοι είτε πέρδονται, είτε μιλάνε, ένα και το αυτό, αλλά… ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΝΑ ΠΑΡΑΠΟΝΕΘΕΙΣ;
ΚΙ ΕΠΕΙΔΗ: «Σαν σε πηδήσει ο Κατής (δεν έχεις) σε ποιόν να παραπονεθείς», δύο επιλογές υπάρχουν: Ή το συνηθίζεις και κάνεις πως δεν συμβαίνει, ή αντιδράς! Άλλο δεν έχει.






































































































