Η εκτελεστική εξουσία
Καιρός όμως, να περιγράψουμε με λίγα αλλά σαφή λόγια, το πώς λειτουργούσε η εκτελεστική εξουσία, στο αθηναϊκό πρότυπο της Δημοκρατίας. Οι δημόσιες λειτουργίες ήσαν τακτικές και έκτακτες. Οι μόνιμοι και τακτικοί της εκτελεστικής εξουσίας ήσαν ελάχιστοι και εκλέγονταν συνήθως υπό των αρχόντων που ήταν κληρωτοί. Τακτικοί ήσαν όσοι είχαν ειδικές γνώσεις και εκλέγονταν για ένα έτος, αλλά μπορούσαν να επανεκλεγούν πολλές φορές. Φυσικά ελέγχονταν και πριν και μετά την θητεία των , όπως όλοι, όσοι έπαιρναν αξιώματα. Έκτακτα αξιώματα όπως οι επιτροπίες δίδονταν κατά δήμους για έκτακτες ανάγκες και οριζόταν ο χρόνος της εξουσίας περιορισμένος και τακτός.
Κανείς στη Δημοκρατία δεν είχε δικαίωμα να έχει δύο αξιώματα. Αρμοδιότητες διοικητικές της εκτελεστικής είχαν οι εννέα άρχοντες που αναδεικνύονταν διά κλήρου και ο πρεσβύτερος ήταν προϊστάμενος των αρχόντων, επώνυμος της πόλεως, δίνοντας το όνομά του, πρώτος στον κατάλογο των πολιτών. Ο επώνυμος άρχοντας ήταν, θα λέγαμε σήμερα, υπουργός κοινωνικής πρόνοιας, γιατί επόπτευε τα προβλήματα των οικογενειών, φροντίδα παιδιών, γερόντων, αναπήρων, ορφανά, ατυχήματα κ.ά. όπως επιμέλεια εορτών. Ο δεύτερος άρχοντας, που ελέγετο και βασιλιάς, επέβλεπε τους θρησκευτικούς νόμους σχετικώς με τους πατρώους θεούς. Επιμελείτο των πομπών και των μυστηρίων και έβρισκε τους χορηγούς για τις τελετές και αγωνίσματα.
Τρίτος άρχοντας ήταν ο πολέμαρχος, ο οποίος στους πολέμους οδηγούσε το «δεξιόν κέρας», επόπτευε τις δίκες των μετοίκων και των απελευθέρων. Θα λέγαμε σήμερα ότι ήταν ο υπουργός μεταναστευτικής πολιτικής. Οι υπόλοιποι έξι άρχοντες, πάντα κληρωτοί, λέγονταν και θεσμοθέτες καθώς και φρουροί των νόμων, έγραφαν τους νέους και διέγραφαν τους παλαιούς νόμους. Επίσης, μετά από έκκληση της Βουλής, έφερναν δημόσιες δίκες και όριζαν τα μεγάλα δικαστήρια και προήδρευαν σε αυτά, όπως εφέσεις, γραφές παρανόμων κ.ά.
Οι στρατιωτικοί
Στην εκτελεστική εξουσία ανήκαν και οι αξιωματούχοι στρατιωτικοί που εκλέγονταν με χειροτονία δηλαδή με ανάταση του χεριού. Η θητεία των ήταν ενός έτους αλλά είχαν το δικαίωμα να εκλεγούν πολλές φορές. Τέτοιοι στην Αθήνα ήσαν οι δέκα στρατηγοί όπως Περικλής, Φωκίων κ.τλ. καθώς δέκα ταξίαρχοι, λοχαγοί, ίππαρχοι, φύλαρχοι και δεκάδαρχοι. Όταν βρίσκονταν σε εκστρατεία και έληγε η ενιαύσια (ετήσια) θητεία των, έκαναν εκλογές και οι οπλίτες πολίτες ανέδειχναν τους νέους αξιωματούχους, έχοντας δικαίωμα όλοι να μετέχουν ισότιμα στην διεκδίκηση της εξουσίας.
Εάν, ο στρατηγός δεν προκαλούσε συνέλευση και εκλογές, τον κατηγορούσαν πως «καταστρατήγησε» τη δημοκρατία. Κάποτε, ο Επαμεινώνδας της Θήβας, «καταστρατήγησε» και τιμωρήθηκε να καθαρίζει για ένα χρόνο τον Κάδμενο λόφο της Θήβας, παρά τις περιφανείς του νίκες στα Λεύκτρα και τη Μαντινεία. Άλλοι της εκτελεστικής εξουσίας ήσαν δέκα ταμίες εκλεγμένοι από την εκκλησία του δήμου δηλαδή το υπουργείο των οικονομικών. Επίσης, εκτελεστικοί ήσαν ένδεκα κληρωτοί πολιτικοί που είχαν την ευθύνη για την δημόσια τάξη, για τους καταχραστές, κλέφτες, βιαστές, δολοφόνους, χρεοφειλέτες και έδιναν εντολές στους δεσμοφύλακες. Ζητήματα που αφορούσαν το εμπόριο, την εντιμότητα, τη νοθεία, τις απάτες, την αισχροκέρδεια, τα διεκπεραίωναν δέκα αγρονόμοι κληρωτοί πάντα με ενιαύσια θητεία (ενός έτους). Άλλοι εκτελεστικοί ήσαν οι σιτοφύλακες που είχαν την επιμέλεια των δημητριακών και του άρτου και αυτοί ήσαν κληρωτοί.
Τέλος στην εκτελεστική εξουσία ανήκαν οι αστυνόμοι των περιοχών, οι γεωμόροι, μετρονόμοι αλλοθέτες κ.ά., όλοι διά κληρώσεως.
Η δικαστική εξουσία
Στην Τρίτη Εξουσία των δικαστικών μετείχαν άπαντες οι πολίτες. Πρώτου βαθμού δικαστές ήσαν οι λεγόμενοι διαιτητές. Κληρώνονταν σε κάθε περιοχή πολίτες άνω των εξήντα (60) ετών. Άτομα κύρους και πείρας για να πραϋνουν τις αντιθέσεις των πολιτών, συνήθως ήσαν τρείς και να τυχαίνουν της κοινής αποδοχής των αντιδίκων. Αυτά τα δικαστήρια εθεωρούντο Ειρηνοδικεία.
Η δεύτερη κατηγορία δικαστών ήταν οι αρεοπαγίτες που δίκαζαν πράξεις βίας και τους φονιάδες. Το σώμα των αρεοπαγιτών ήταν μόνιμο και το συγκροτούσαν οι απερχόμενοι, κατ’ έτος εννέα άρχοντες. Το αξίωμα ήταν ισόβιο και εθεωρείτο το επισημότερο. Τις δίκες στον Άρειο Πάγο τις εισήγαγε πάντα ο βασιλεύς που ήταν ένας εκ των εννέα αρχόντων. Τέλος το τρίτο και ανώτατο δικαστήριο ήταν της Ηλιαίας, πολυπληθές όπου μετείχαν όλοι οι πολίτες, όπως σήμερα οι ένορκοι. Επειδή ήταν δύσκολο να μετέχουν όλοι σε κάθε δίκη, κληρώνονταν ο ένας στους δέκα με ικανό αριθμό αναπληρωματικών. Για να μετέχει κάποιος πολίτης στην κλήρωση για ορκωτός δικαστής, έπρεπε να είναι άνω των 30 ετών, καθώς να μη οφείλει στο δημόσιο και να μη έχει καταστεί άτιμος.
Το δικαστήριο της Ηλιαίας δίκαζε όλες τις μεγάλες ιδιωτικές και δημόσιες υποθέσεις. Τις ιδιωτικές δίκες τις προκαλούσε ο έχων άμεσο συμφέρων, ενώ τις δημόσιες τις έφερε πάντα ο αρμόδιος άρχοντας. Η διεξαγωγή της δίκης γινόταν με την πρόσκληση του κατηγορουμένου υπό του ενάγοντος ενώπιον δύο μαρτύρων, και η αγωγή (μήνυση) δινόταν στον πρόεδρο του δικαστηρίου εγγράφως. Εάν ο κατηγορούμενος δεν παρίστατο δικαζόταν ερήμην. Όταν όμως εμφανιζόταν το δικαστήριο καλούσε να προκαταβάλει τα δικαστικά έξοδα ο κατήγορος και εφόσον δικαιωνόταν τα έπαιρνε από τον καταδικασθέντα. Αυτό απέτρεπε τις για «ψύλου πήδημα» μηνύσεις, αλλά εν επιβαρύνετο το κράτος με περιττά έξοδα.
Μετά την εισαγωγή της υποθέσεως ανηρτάτο ή δίκη σε πινάκιον (σανίδι), και κατά την ανάκριση ορκίζονταν οι αντίδικοι. Ο μεν ενάγων ότι θα κατηγορήσει με μόνον την αλήθεια, ο δε κατηγορούμενος ότι θα απολογηθεί δικαίως και τότε ο νόμος προέβλεπε τις αντιλογίες, διαμαρτυρίες, τις ενστάσεις, τους μάρτυρες κ.ά. Ποτέ όμως μια δίκη όσο μεγάλη και αν ήταν δεν ξεπερνούσε τις 15 ημέρες από την μήνυση μέχρι την λήξη της. Σήμερα στην κάλπικη δημοκρατία μας εκκρεμούν υποθέσεις άνω του εκατομμυρίου που όταν φτάνουν στο ακροατήριο ή έχουν πεθάνει οι αντίδικοι ή έχουν παραγραφεί τα αδικήματα. Οι δικαστές κληρώνονταν λίγο πριν από τη δίκη ώστε να μη γνωρίζουν ούτε τον τόπο διεξαγωγής ούτε την υπόθεση. Έτσι έκριναν αμερόληπτα με βάση τα λεχθέντα από τους αντιδίκους. Οι αντίδικοι μιλούσαν οι ίδιοι και όχι μέσω δικηγόρων, γι’ αυτό υπήρχαν οι λογογράφοι (ρήτορες) που συνήθως έγραφαν τους λόγους που οι αντίδικοι απήγγειλαν.
Λογογράφοι μιλούσαν στις δίκες μόνον ως μάρτυρες συνήθως συγγενείς. Οι λόγοι των αντιδίκων καθώς και των μαρτύρων χρονομετρούνταν με την περίφημη κλεψύθρα (υδρομετρητής). Ας σημειώσουμε πως την κλεψύθρα λόγω της αρχής της ισηγορίας την χρησιμοποιούσαν σε όλες τις συνεδριάσεις και συνελεύσεις. Η απόφαση των δικαστών έβγαινε, ύστερα από μυστική ψηφοφορία που γινόταν με δύο κάλπες όπου έριπταν τις αθωωτικές και καταδικαστικές ψήφους αντίστοιχα. Ο κατηγορούμενος εάν εκρίνετο ένοχος η ποινή ήταν συνήθως αυστηρή από χρηματικό πρόστιμο, αειφυγίας (εξορία), δήμευση της περιουσίας, στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων αλλά και της προσωπικής ελευθερίας. Εάν, όμως, ο κατήγορος, στην ψηφοφορία δεν συγκέντρωνε το 1/5 των ψήφων, τον τιμωρούσαν με πρόστιμο 1.000 δραχμών, υπέρογκο για την εποχή και του στερούσαν το δικαίωμα στο εξής να κάνει αγωγές. Έφεση, και τότε γινόταν, αλλά σπανίως, δηλ. μόνον για εκείνους που δικάζονταν ερήμην και για εκείνους που είχαν καταδικαστεί βάσει ψευδομαρτυριών.




































































































