Ο θεσμός της Αυτοδιοίκησης βρίσκεται συχνά πυκνά στο «στόχαστρο» διαφόρων επικρίσεων σχετικά με θέματα διαφάνειας, αλλά και αποτελεσματικότητας στην εφαρμογή του. Η αλήθεια είναι ότι για αρκετές από αυτές τις επικρίσεις «πάτημα» έδωσαν οι ίδιοι οι κατά καιρούς αιρετοί που υπηρέτησαν τον θεσμό, αλλά δυστυχώς αποδείχθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων.
Του Θάνου Σταθόπουλου
Το λάθος, τόσο για την κεντρική διοίκηση, όσο και για εμάς, τους απλούς πολίτες, θα ήταν να… διολισθήσουμε -για άλλη μια φορά- στην ισοπεδωτική κριτική, κολλώντας εύκολες ταμπέλες σε ό,τι αυτοδιοικητικό συναντούμε. Είναι το ίδιο λάθος που έχει οδηγήσει σήμερα ολόκληρη τη χώρα στα όρια της νευρικής κρίσης, αν όχι της ψυχικής κατάρρευσης.
Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι οι στιγμές που ζούμε, ως κοινωνία και ως οικονομία, είναι από τις κρισιμότερες της μεταπολιτευτικής ιστορίας μας. Ουδείς, επίσης, μπορεί ν’ αμφισβητήσει ότι χρειάζεται μεγάλος αγώνας, σκληρές θυσίες και κυρίως, γενικότερο «ξεβόλεμα», για να μπορέσουμε να «γυρίσουμε το παιχνίδι» και να το φέρουμε στα μέτρα μας. Και σε αυτόν τον αγώνα η Αυτοδιοίκηση μπορεί και πρέπει να είναι μπροστάρης.
Τι δεν μπορεί η Αυτοδιοίκηση; Δεν μπορεί να περιορίζεται σε αόριστο καταγγελτικό λόγο και σε κινήσεις δήθεν αντίστασης, που δεν οδηγούν πουθενά. Δεν μπορεί να κρύβεται πάντα πίσω από τις -όντως υπαρκτές- ανεπάρκειες της κρατικής μηχανής, σταυρώνοντας τα χέρια και περιμένοντας από άλλους να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά». Δεν μπορεί, σε τελική ανάλυση, ν’ αφήσει τους πολίτες-δημότες, όλους αυτούς που τη στήριξαν μέχρι σήμερα, στην τύχη τους.
Οι αυτοδιοικητικοί θεσμοί και κυρίως οι άνθρωποι που τους υπηρετούν, έχουν μπροστά τους ένα τιτάνιο έργο. Και, δυστυχώς, τα «όπλα» που διαθέτουν είτε είναι περιορισμένης εμβέλειας, είτε αποδεικνύονται προβληματικά, εξαιτίας αστοχιών της κεντρικής εξουσίας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των παραπάνω είναι και το σημερινό διαδημοτικό ρεπορτάζ των συντακτών της ΑΜΑΡΥΣΙΑΣ για τα προγράμματα κοινωφελούς εργασίας και ανάπτυξης μικρών έργων με αυτεπιστασία των δήμων, όπου η προχειρότητα στον προγραμματισμό του κράτους και η ελλιπής ενημέρωση των αρμοδίων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι κάτι παραπάνω από εμφανής.
Κι όμως, με όσες ενστάσεις κι αμφιβολίες κι αν έχει κάποιος, στην παρούσα συγκυρία που διανύουμε, θα πρέπει να εξαντλήσουμε ό,τι εργαλείο υπάρχει προκειμένου να τονώσουμε, έστω και προσωρινά, την αγορά εργασίας. Ας προσπαθήσουν, λοιπόν, οι δήμοι, πιέζοντας όσο και όπως μπορούν τους αρμόδιους, να προχωρήσουν άμεσα στην υλοποίηση των παραπάνω προγραμμάτων.
Την ίδια στιγμή, ας κινηθούν δυναμικά στην αξιοποίηση κοινοτικών και άλλων προγραμμάτων, προκειμένου, αφ’ ενός να καλύψουν τις άμεσες λειτουργικές ανάγκες και κοινωνικές υποχρεώσεις τους και αφ’ ετέρου να δημιουργήσουν όσο το δυνατόν περισσότερες θέσεις απασχόλησης στα διοικητικά όριά τους. Ταυτόχρονα, οφείλουν να δημιουργήσουν εθελοντικές δομές-πυρήνες που να μπορούν ν’ ανακουφίσουν τις πραγματικά ασθενείς ομάδες συνδημοτών μας, γιατί σε μια κοινωνία κανείς δεν είναι περιττός.
Με άλλα λόγια, οι ΟΤΑ θα πρέπει να λειτουργήσουν όπως σε έναν πραγματικό πόλεμο. Επιστρατεύοντας όσες περισσότερες δυνάμεις μπορούν και δημιουργώντας ασφαλή καταφύγια, για να περιορίσουν στο ελάχιστο τις όποιες κοινωνικές απώλειες από τα κύματα της κρίσης που πλήττουν τη χώρα μας.
Ευθύνη και ρόλος των αιρετών δεν είναι να εκφράζουν δημόσια τη συμπαράστασή τους σε κινητοποιήσεις εργαζομένων, ούτε να υιοθετούν αιτήματα συλλόγων και φορέων. Ευθύνη τους είναι να «ριχτούν με τα μούτρα» στη δουλειά και να βρούν φόρμουλες και λύσεις που θα βγάλουν τις τοπικές κοινωνίες από τα αδιέξοδά τους. Οι εργαζόμενοι και τα μέλη των άλλων φορέων-συλλόγων ξέρουν καλύτερα από τους άλλους τα προβλήματα και τις αγωνίες τους. Αν κάτι χρειάζονται, είναι ουσιαστική βοήθεια και όχι το ανώδυνο χτύπημα στην πλάτη ή τον παρηγορητικό λόγο.
Όσοι ασχολούμαστε με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, όποιο πόστο κι αν κατέχουμε, ας δώσουμε πραγματικά -με τη δουλειά και το παράδειγμά μας- το μήνυμα ότι τίποτε δεν χάθηκε και ότι, αν το πιστέψουμε, μπορούμε να ξανασηκώσουμε κεφάλι. Αρκεί να καταλάβουμε έγκαιρα ότι «οι καιροί ου μενετοί». Αν είναι να γίνει κάτι, ας το κάνουμε τώρα. «Χθες ήταν νωρίς, αύριο αργά θα ’ναι, σήμερα είναι η κατάλληλη στιγμή», έτσι για να θυμηθούμε και τους στίχους του Τούρκου ποιητή Ναζίμ Χικμέτ.







































































































