«Και το Μαρούσι τόσο δίπλα στο Θεό…». ΠΡΟΛΟΓΟΣ: Κάπου το 1990, όταν άκουσα πατέρα να αποκαλεί την τετράχρονη κορούλα του… «γκόμενα» και επηρεασμένη από παρόμοιου χαρακτήρα φαινόμενα εκείνης της εποχής, σε μια έμμετρη… διαμαρτυρία έγραψα τους στίχους: «Την εποχή που τα κορίτσια γίναν «γκόμενες», την εποχή που ο έρωτας είναι «καψούρα,» κλπ. κλπ…
ΤοποΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Και ένοιωθα τις τέτοιου είδους «εποχές», να περνούν σαν οδοστρωτήρες μέσα από την ελληνική κοινωνία, ισοπεδώνοντας Αξίες, Ήθη, Ιδανικά, προωθώντας το Χυδαίο σε Πρότυπο, την Αναίδεια και την Ασχημοσύνη αγοραίων συμπεριφορών σε… απελευθέρωση. Και να ’μαστε σε τούτην εδώ την «εποχή» όπου όλα πια στην πατρίδα μας τα σκιάζει η φοβέρα της επιβίωσης και τα πλακώνει η σκλαβιά του νεο-Γερμανικού Άξονα. Εποχή σαν «μοίρα κακιά», που δεν πιστεύω πως την αποκωδικοποιούμε σωστά για να την αντιμετωπίσουμε αναλόγως. Έχουμε επιστρατεύσει όλα μας τα «ξόρκια» για να μην εξαφανιστούν εντελώς τα ευρώ που μας λεηλατούν οι «μνηστήρες» -ντόπιοι και ξένοι-, κι έχουμε αφήσει ανενόχλητο το ΚΤΗΝΟΣ της ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ και του Πολιτιστικού ΕΚΜΑΥΛΙΣΜΟΥ της κοινωνίας, να Ασελγεί πάνω στα ΠΑΙΔΙΑ μας!!! Κι αυτήν την «ωραία ατμόσφαιρα» που έχει βολέψει όλων των λογιών τα «πάθη» και υποδαυλίζει όλων των ποιοτήτων τα «λάθη», εγώ τη ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ!!!
ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ: (Γιάννης Μπουλμπάσης)
– Το Μαρούσι που ζήσαμε/ που πολύ αγαπήσαμε/ δεν υπάρχει πια τώρα. Τα ωραία τα χρόνια του/ οι αυλές τα μπαλκόνια του/ τα περβόλια τ’ αμπέλια/ όλα χάθηκαν σβήστηκαν/ οι χαρές και τα γέλια.
– Στο Μαρούσι π’ανθίσανε/ και τριγύρω σκορπίσανε/ τ’άρωμά τους λουλούδια / και τα βράδια που λούζονταν/ στο φεγγάρι και ακούγονταν/ της αγάπης τραγούδια/ όλα χάθηκαν σβήστηκαν/ σαν να πέρασε μπόρα.
– Το Μαρούσι της νιότης μας/ Της αγάπης της πρώτης μας/ δεν υπάρχει πια τώρα.
● Και βεβαίως φίλες και φίλοι συνοδοιπόροι, ο σημερινός μου πρόλογος με το παραπάνω ποίημα ενός Μαρουσιώτη λάτρη του τόπου μας και ακούραστου δουλευτή για τα Άξια του Ανθρώπου, είναι εντελώς άσχετα μεταξύ τους. Μπορεί όμως και όχι. Εξ άλλου από όσα ακούμε και από ό,τι διαβάζουμε γενικώς, κρατάμε αυτό που μας «συμφέρει»…
ΘΥΜΑΜΑΙ: (Λίτσα Παπαζαχαροπούλου. Μουσική: Τερψιχόρη Παπαστεφάνου)
– Το Μαρούσι παλιά το θυμάμαι/ με αυλές, τα σπιτάκια απλά/ καθισμένες στις πόρτες κυράδες/ και παιδιά να γελάνε παιδιά/ να μυρίζει κρασί στο παλιό καπηλειό του/ γιασεμιά και γλυσίνιες τους φράχτες στολίζουν/ και νερό με τις στάμνες ξανθές κορασιές/ να δροσίζουν καρδιές.
– Μην κοιμάστε κοπέλες απόψε/ στο Μαρούσι κιθάρες ηχούν/ έχει ο χρόνος μαζί σας μεθύσει/ το παράθυρο ανοίχτε να μπει. Και ο Λούης σεμνός Μαρουσιώτης/ τον καφέ του το βράδυ θα δεις/ στην παλιά την πλατεία να πίνει/ στην παλιά την πλατεία θα τον δεις.
● Αλλά μήπως αυτό το ποίημα της Πειραιώτισσας που ήρθε στο Μαρούσι όταν ετούτος ο τόπος ήταν «τόσο δίπλα στο Θεό» και έτσι ευλογημένα τον «ζωγράφισε» στου νου της τον χάρτη με της ψυχής της τα χρώματα, μπορεί να έχει καμία σχέση με τον πρόλογο; Καμία απολύτως…
ΣΤΕΚΙΑ ΜΑΡΟΥΣΙΩΤΙΚΑ: (Λίτσα Παπαζαχαροπούλου. Μουσική: Κωστής Μαυραντής)
– Αγέρας μάγος μ’ έφερε και ξέμεινα κοντά σου/ πρωινά μου Κυριακάτικα βράδια καλοκαιριάτικα/ γελάκια παιδιακίστικα ματάκια π’ αγαπάω/ του φεγγαριού το κάλεσμα στα χέρια μου κρατάω.
– Σπιτάκι αγαπημένο μου Βύρωνος κι Ανωνύμου/ στέκια μου μαρουσιώτικα χαρούμενα κι αλλιώτικα/ τριανταφυλλιάς τα χρώματα του γιασεμιού τ’ αρώματα.
● Και συνεχίζω φίλοι, με τέτοιες εικόνες, τέτοια αρώματα, μήπως και ημερέψει κάπως το νευρικό μας σύστημα, ίσως και να γυαλίσει λίγο το μάτι από δάκρυ γλυκό, μπας και γλυκάνει το σάλιο στο στόμα που έμαθε στα πικρά.






































































































