Τι κοινό μπορεί να έχουν τα δύο αυτά πρόσωπα, εκτός από τη γυναικεία τους υπόσταση και ψυχισμό; Ασφαλώς, τίποτα. Οι διαφορές και αντιθέσεις, χαώδεις και αγεφύρωτες. Η πρώτη, καγκελάριος της οικονομικής υπερδύναμης της Ευρώπης, επιβάλλει ανάμεσα σε ασπασμούς, εναγκαλισμούς, φιλοφρονήσεις, γεύματα και συσκέψεις με τους «ομοίους της» δημοσιονομική πειθαρχία, οικονομικό έλεγχο, εξοντωτικά μέτρα λιτότητας, κυρώσεις και ντιρεκτίβες σε λαούς ασθενέστερους του δικού της, απειλώντας τους μάλιστα με αποπομπή από την υποτιθέμενη ευημερία και σιγουριά της Ευρωζώνης. Ενίοτε μάλιστα, οι περί αυτήν συνάδουν κατηγορώντας τους πένητες ως τεμπέληδες, απατεώνες, αμοραλιστές. Τα παρεπόμενα αυτής της πολιτικής, όπως ανεργία, εφεδρεία, απεργία, πενία, πορεία διαρκείας και τελικώς μωρία της όλης Ιστορίας, ουδόλως την ενδιαφέρουν.
Κόρη του πάστορα Χόρστ Κάσνερ, όπως μας πληροφορεί ο Χρήστος Φωτιάδης, μετακομίζει με την οικογένειά της το 1954 από τη Δυτική Γερμανία στην Ανατολική. Ο πατέρας της βρίσκεται σε διατεταγμένη αποστολή, ανεκτή από το κομμουνιστικό καθεστώς, προκειμένου να στελεχώσει την εκκλησία της Λ.Δ.Γ. με πάστορες. Για το σκοπό αυτό ιδρύει κολέγιο για ιερείς στο Τεμπλίν το 1957. Η οικογένεια χαίρει των ευεργετημάτων ενός διπλωμάτη και αποκτά την ανατολικογερμανική υπηκοότητα.
Σύμφωνα με την προτεσταντική ηθική της Άνγκελας, η τιμωρία των αμαρτωλών πρέπει να γίνεται δεκτή από αυτούς αδιαμαρτύρητα. Το πρόσωπο δε που καλείται να την επιβάλλει, επιτελεί ιερό καθήκον δικαιοσύνης. Το έργο τούτο είναι θεάρεστο και εμπεριέχει κοινωνικό παραδειγματισμό. Οι έννοιες της συγνώμης, ανοχής, αδυναμίας, επανεξέτασης και μεταμέλειας δε συνυπολογίζονται ως ελαφρυντικά, γιατί κινδυνεύει έτσι ν’ αμβλυνθεί η αυστηρότητα της τιμωρίας, η οποία πυροδοτεί το κοινωνικό σύνδρομο του φόβου.
Οι συχνές αναφορές στο λόγο, τόσο της Άνγκελας όσο και του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, υπουργού Οικονομικών, στις λέξεις: πειθαρχία, αυτόματες κυρώσεις, δημοσιονομικοί παραβάτες, κανόνες, δέσμευση, εμπλοκή, κυριαρχία, αποπομπή, εξουσία, υποβάθμιση, έξοδος, εκτός από την οικονομική τους διάσταση έχουν και ψυχολογική εξήγηση. Οι συνειρμοί που μας προκαλούν είναι θλιβεροί και, να μας συγχωρούν οι σύγχρονοι Γερμανοί φίλοι μας, γιατί οι πόλεμοι της μνήμης δε γνωρίζουν ούτε χρόνο ούτε σύνορα. Οι ομαδικές εκτελέσεις των Ελλήνων πατριωτών από τους Ναζί πραγματοποιούνταν με ιερή ακρίβεια και ήσυχη συνείδηση από τους θύτες. Η τιμωρία, εκκωφαντικά διδάσκουσα, προσμετράτο αναλογικά με την ευτέλεια της ζωής των «κατωτέρων», στα 5 θύματα των Γερμανών 50, 100, 500 θύματα Ελλήνων. Μετά το πέρας της εργασίας αυτής, λίγη μουσική Μπαχ – Μπετόβεν για χαλάρωση ή αν προτιμάτε, μουσική από την μπάντα των Εβραίων μουσικών στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Ο θεατής της σπάνιας ταινίας «Λευκή κορδέλα» του Αυστριακού σκηνοθέτη Michael Haneke είχε την ευκαιρία να δει τον τρόπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών το 1913 σ’ ένα χωριό της Β. Γερμανίας. Όταν ο πάστορας πατέρας ανακαλύπτει πως ο μόλις έφηβος γιος του αυτοϊκανοποιείται, δεν διστάζει να τον δέσει στο κρεβάτι χειροπόδαρα, ενώ οι φλόγες γλείφουν το σπίτι. Ανέκφραστη η υπόλοιπη οικογένεια, μητέρα, αδέρφια παρακολουθούν το δράμα χωρίς κανένας να προστρέξει σε βοήθεια. Όλοι τους έχουν δεχτεί το γεγονός ως δίκαιη τιμωρία. Μία ολόκληρη γενιά Γερμανοπαίδων γαλουχήθηκε με αυτή τη βία κάτω από την προτεσταντική καταπίεση. Ήταν τα ίδια πρόσωπα που έστρωσαν το κόκκινο χαλί στον Χίτλερ, λίγα χρόνια αργότερα.






































































































