Πρωί πρωί με ξύπνησαν οι καμπάνες να μου θυμίσουν ότι σήμερα είναι η εορτή των Θεοφανίων. Την είχαν προαναγγείλει 2 παρέες από μεγάλα παιδιά του Γυμνασίου που γύριζαν στους δρόμους και έλεγαν τα κάλαντα. «Σήμερα τα φώτα και ο φωτισμός».
Πήγαμε στην εκκλησία. Η εορταστική ατμόσφαιρα, ο πολύς κόσμος, τα γιορτινά ρούχα, τα πολλά φώτα, τόνιζαν την τρισυπόστατη εμφάνιση του θείου εν μέσω του αγιασμού των υδάτων.
Το χαρακτηριστικό σπρώξιμο του νεοέλληνα να πάρει πρώτος αγιασμό από τον παπά, να γεμίσει το παγούρι του, την κανάτα του, να σε προλάβει, να πάρει το αγιασμένο νερό από το χέρι του παπά και όχι το δικό σου, είναι ιδιαιτερότητές μας.
Επέστρεψα στο σπίτι σχετικά ευδιάθετος. Άνοιξα το ραδιόφωνο. Οι σταθμοί συναγωνίζονταν ποιος θα πει τα πιο άσχημα οικονομικά νέα και παλιά.
Έβαλα τη τηλεόραση, αλλά και εδώ καταχνιά. Ότι πεις για να σου χαλάσουν τη διάθεση της εορταστικής ημέρας. Με έπιασε πλήξη, πονοκέφαλος, κατήφεια.
Αρπάζω γάντια, κασκόλ και καπέλο και το σκάω, περπατώ μόνος μέσα στο ψιλόβροχο και το κρύο.
Νάσου η αναγέννηση. Πρώτη φορά συνειδητοποιούσα πόσο όμορφη είναι η γειτονιά μου.
Κατάλαβα ότι μέσα στο Μαρούσι, στους δρόμους και τις αυλές υπάρχουν ακόμα ελιές, λίγα πεύκα, 1 – 2 έλατα να στέκουν λυγερόκορμα αψηφώντας το κρύο. Στα σύρματα να πλέκουν ακόμα περικοκλάδες. Λίγα σπουργίτια να πετούν χαμηλά παίζοντας με τις δροσοστάλες και οι σταγόνες να λαμπιρίζουν μες στις πευκοβελόνες, στα μικρά φτερουγίσματα του ήλιου, που παίζει κρυφτό με τα υψωμένα δακρύβρεχτα σύννεφα.
Το όλο σκηνικό συμπλήρωναν πολλές νεραντζιές στους δρόμους, πανέμορφες με τις χρυσαφένια λαμπιρίζοντες στη δροσοσταλιά καρπούς τους. Βάφτισα την πόλη μου Μαρούσι – Νερατζούπολη. Περπατούσα μόνος στη ψιχάλα και χαιρόμουν γι’ αυτά που μπορεί να μου δώσει μόνο η φύση και η καθημερινότητα δεν με αφήνει να απολαύσω.
Π. Χελάς






































































































