Δύο άξιοι διάδοχοι
Πεθαίνοντας το 1815, ο Σπυρίδων αφήνει δύο γιούς, τον πρωτότοκο Νικόλαο (π. 1780-1827) και τον Αλέξανδρο (1793-1822), οι οποίοι δραστηριοποιούνται με τη σειρά τους ως πρόξενοι της Αγγλίας και προεστοί της πόλης, συνεχίζοντας την πολιτική του πατέρα και του παππού τους. Ο Νικόλαος υπηρετεί ως το 1815 στη θέση του προξένου και παράλληλα εργάζεται συστηματικά για την αύξηση της μεγάλης κτηματικής περιουσίας της οικογένειας και αγοράζει σπίτια στην Αθήνα. Ο λόρδος Βύρων, που τον συνάντησε το 1809, τον περιγράφει ως «φιλάργυρο και σκληρόψυχο άνθρωπο, που λυπόταν μόνο όταν κινδύνευε να χάσει κανέναν παρά». Από το 1815 ως το 1821 εκλέγεται αδιαλείπτως σχεδόν δημογέροντας της Αθήνας και εμπλέκεται στη σοβαρή πολιτική σύγκρουση που ξέσπασε ανάμεσα στους άρχοντες και τα εσνάφια της πόλης, που διεκδικούσαν δυναμικά τη συμμετοχή τους στη διοίκηση της κοινότητας.
Ο μικρός αδερφός του Αλέξανδρος, από την άλλη πλευρά, είχε κλίση προς τα γράμματα και τις διασκεδάσεις. Ως ένας από τους πιο μορφωμένους Αθηναίους του καιρού του, υπήρξε το 1812 ιδρυτικό μέλος της Φιλομούσου Εταιρείας, που στόχευε στην εξύψωση της παιδείας των Αθηναίων. Αντίθετα με ό,τι λέγεται, δεν ήταν μυημένος στη Φιλική Εταιρεία που προετοίμαζε την Επανάσταση, καθώς σύμφωνα με τον Σουρμελή «νέος την ηλικίαν και ανήκων εις οίκον υπερασπιζόμενον παρά της Αγγλίας, δεν είχεν ουδεμίαν γνώσιν του μυστηρίου». Το 1816 διορίζεται με παρέμβαση της πριγκίπισσας της Ουαλλίας ως πρόξενος της Αγγλίας, παίρνοντας τη θέση του αδερφού του. Η μάλλον δουλοπρεπής αλληλογραφία του με το λόρδο Guilford, στον οποίο έστελνε ως δώρα αρχαιότητες, αποκαλύπτει ένα νέο διψασμένο για την αριστοκρατική ζωή της Ευρώπης, ιδίως της Αγγλίας. Στην Αθήνα συμβάλλει στην υποτυπώδη κοσμική ζωή, οργανώνοντας στην κατοικία του χορούς, όπου το βαλς εναλλασσόταν με την ελληνική μουσική. Οι εκτιμήσεις των περιηγητών που τον γνώρισαν, είναι διφoρούμενες: ο Turner τον χαρακτηρίζει ως «παντοδύναμο και ανυπόληπτο», ενώ ο Laurent τον θεωρεί ως «αντάξιο του έθνους που αντιπροσωπεύει» – δηλαδή του αγγλικού.
Οι φυγάδες της Επανάστασης
Η έκρηξη της Επανάστασης του 1821 ανέτρεψε για πάντα τη ζωή των δύο αδελφών, που αντί να ενωθούν με τους εξεγερμένους Αθηναίους, έσπευσαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν για προστασία στα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα, έχοντας μαζί τους τα αρχεία της οικογένειας (τίτλους ιδιοκτησίας, πράξεις διορισμού κ.ά.). Ορισμένοι πάντως συγγενείς τους παρέμειναν στην Αθήνα και συμμετείχαν στην απελευθερωτική προσπάθεια. Ο Αλέξανδρος Χωματιανός πέθανε στα Κύθηρα το 1822, πριν συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια, και ενταφιά-
στηκε στο ναό της Μυρτιδιώτισσας.
Η επιγραφή της επιτάφιας πλάκας
του είναι γραμμένη στα λατινικά. Μέσα στη θύελλα της Επανάστασης χάθηκε μεγάλο μέρος της περιουσίας τους – πολλά ελαιόδεντρα κάηκαν, ενώ καταστράφηκε η μεγάλη πατρική κατοικία απέναντι από τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού, η οποία ήταν γεμάτη από αρχαιότητες (σήμερα σώζεται η πύλη της και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ελισαίου).
Το 1826-1827 ο Νικόλαος είχε μετακινηθεί με τη σύζυγό του και τα οκτώ παιδιά τους στην Κούλουρη (Σαλαμίνα). Από τη σωζόμενη αλληλογραφία του με τον Καραϊσκάκη, που έδινε τότε τη μάχη της Αθήνας, φαίνεται ότι είχε αναλάβει κάποια εργασία σχετικά με τη μισθοδοσία και την τροφοδοσία των στρατιωτικών σωμάτων. Αυτή είναι η μόνη γνωστή συμμετοχή του στις υποθέσεις της Επανάστασης. Τον Ιούνιο του 1827 πέθανε στο νησί, αφήνοντας χήρα τη σύζυγό του Μαρία, από την αρχοντική οικογένεια των Ταρωνιτών, η οποία προσπάθησε να συντηρήσει κατόπιν την πολυμελή οικογένειά της εκποιώντας ακίνητα από τη μεγάλη τους περιουσία. Όπως προκύπτει από συμβόλαια του 1832, οι επιζώντες Χωματιανοί είχαν επιστρέψει στην Αθήνα, χωρίς πλέον το κύρος των προξενικών αξιωμάτων και της αρχοντικής θέσης τα οποία είχαν απολαύσει για ένα σχεδόν αιώνα, υπό την τουρκική κυριαρχία, και χωρίς ασφαλώς τις δάφνες και την αίγλη των αγωνιστών της Επανάστασης.
Στην Αθήνα του Όθωνα, η οικογένεια και οι διάφοροι κλάδοι της έζησαν μάλλον στην αφάνεια. Ο Παναγιώτης Χωματιανός, γιός του Νικολάου, φρόντισε για τη μεταφορά των οστών του πατέρα του από τη Σαλαμίνα στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στο Μαρούσι, στο οικογενειακό κοιμητήριο, που διατηρείται μέχρι σήμερα.
Η περιουσία στο Μαρούσι
Οι Χωματιανοί Λογοθέτη υπήρξαν μεταξύ άλλων ιδιοκτήτες μιας μεγάλης έκτασης ανάμεσα στο ρέμα του Αγίου Θωμά και στον σημερινό Παράδεισο στο Μαρούσι, η οποία όπως σημειώθηκε ήταν γνωστή με το όνομά τους μέχρι πριν από μερικές δεκαετίες. Δεν γνωρίζουμε πότε και με ποιόν τρόπο την απέκτησαν, ούτε και τα ακριβή όριά της, είναι όμως μάλλον βέβαιο ότι καλυπτόταν επί το πλείστον με ελαιόδεντρα. Σύμφωνα με μαρτυρίες περιηγητών, πριν από την Επανάσταση του 1821, στη θέση περίπου όπου βρίσκεται το σημερινό κλειστό γήπεδο μπάσκετ του Αμαρουσίου υπήρχε ένα μικρό χωριό, το Λογοθέτη ή Κάτω Μαρούσι (σε αντιδιαστολή με το κυρίως χωριό), που αποτελούσε την έδρα του τσιφλικιού. Το χωριό αποτελούνταν από ένα μικρό πύργο και μερικά ταπεινά αγροτόσπιτα σπίτια όπου διέμεναν οι εργαζόμενοι στα κτήματα. Ο οικισμός αυτός εξακολούθησε να υφίσταται και μετά την απελευθέρωση – το 1890 διατηρούσε ακόμα 11 κατοίκους και «οικήματά τινα».
Η περιουσία αυτή διαμοιράστηκε ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, κατατμήθηκε και πουλήθηκε. Για παράδειγμα, το 1824 η κόρη του Θωμά Λογοθέτη Πουλχερία πήρε ως προίκα για το γάμο της με τον Ιωάννη Βλάχο εκατόν πενήντα ελαιόδεντρα στον Άγιο Θωμά στο Μαρούσι. Η χήρα του Νικολάου Μαρία πούλησε ως το 1832 άλλα εξήντα ελαιόδεντρα στον Άγιο Γεώργιο. Οι πωλήσεις συνεχίστηκαν και αργότερα, από τις επόμενες γενιές, μέχρι της πλήρους εξαφάνισης των απογόνων ως κατόχων γης στην περιοχή. Οι δύο ναοί που βρίσκονταν μέσα στα κτήματα και σώζονται μέχρι σήμερα, ο Άγιος Θωμάς και ο Άγιος Γεώργιος, χρονολογούνται στον 17ο-18ο αιώνα. Δεν αποκλείεται να πρόκειται για κτίσματα των ίδιων των Χωματιανών, δεδομένου ότι τα ονόματα αυτά εντοπίζονται ως βαπτιστικά ανάμεσα τους κατά την περίοδο εκείνη.
Ο Άγιος Γεώργιος με το μικρό άλσος των κυπαρισσιών που τον περιβάλλει, αποτελεί το τελευταίο λείψανο αυτής της περιουσίας, και μία νησίδα ιστορίας στο πολύβουο σύγχρονο τοπίο της λεωφόρου Κηφισιάς. Κηρυγμένο αρχαιολογικό μνημείο, μαζί με τον περιβάλλοντα χώρο του, βρίσκεται από το 1996 σε κίνδυνο να οικοδομηθεί, λόγω της τεράστιας σημερινής αξίας του ακινήτου. Το μέλλον του παραμένει αβέβαιο, ιδιαίτερα υπό τις νέες συνθήκες της οικονομικής κρίσης. Πίσω πάντως από το ιερό του μικρού ναού εξακολουθούν να στέκουν ξεχασμένοι οι τάφοι των Χωματιανών – Λογοθέτη, τελευταίοι μάρτυρες μιας αμφιλεγόμενης ιστορικής παρουσίας που τείνει να την καλύψει η τιμωρός λήθη.
Γιώργος Πάλλης






































































































