Η οικογένεια των Χωματιανών – Λογοθέτη είναι ελάχιστα γνωστή στους σύγχρονους Μαρουσιώτες: το όνομα ενός μικρού δρόμου και οι ειδήσεις για το ομώνυμο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου στη λεωφόρο Κηφισιάς και το άλσος του, που απειλείται με οικοδόμηση, είναι ό,τι μπορεί να έχουν ακούσει σχετικά οι περισσότεροι. Για τους μεγαλύτερους σε ηλικία, το ίδιο όνομα, στου Χωματιανού ή στου Λογοθέτη, προσδιόριζε την περιοχή μεταξύ του σημερινού Παραδείσου και του Αγίου Θωμά. Εκεί υπήρχε κι ένας περίφημος αιωνόβιος πεύκος, γνωστός με τη ίδια προσωνυμία – ο πεύκος του Λογοθέτη.
Όλα αυτά παραπέμπουν σε ιδιοκτήτες, γαιοκτήμονες της περιοχής, και σε έναν ιστορικό χρόνο παλαιότερο της εποχής των παππούδων μας, πριν από το 1821. Η αρχοντική οικογένεια των Χωματιανών – Λογοθέτη δέσποζε με την αμφιλεγόμενη δράση της στην Αθήνα του 18ου αιώνα, για να περάσει σταδιακά στην αφάνεια μετά την Επανάσταση του 1821 και την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους. Στο παρόν σημείωμα θα επιχειρήσουμε να περιγράψουμε με συντομία αυτή την παρουσία, η οποία εμπλέκεται και με την τοπική ιστορία του Αμαρουσίου.
Η εμφάνιση της οικογένειας στην Αθήνα και ο πρώτος πρόξενος
Το όνομα Χωματιανός ανήκει σε μια βυζαντινή οικογένεια, που ανέδειξε μεταξύ άλλων τον λόγιο και νομομαθή αρχιεπίσκοπο Αχρίδος Δημήτριο Χωματιανό (μέσα του 12ου αιώνα – π. 1236). Είναι άγνωστο όμως αν στην οικογένεια αυτή έχουν τις ρίζες τους οι Χωματιανοί της τουρκοκρατούμενης Αθήνας. Ο πρώτος που εμφανίζεται στην πόλη, στις αρχές του 17ου αιώνα, είναι ένας ιερέας, ο Ιωάννης, ο οποίος φέρει το οφίκιο (εκκλησιαστικό αξίωμα) του λογοθέτη.
Η οικογένεια ριζώνει στην Αθήνα, αποκτά σημαντική περιουσία και αρχίζει να πρωταγωνιστεί στα πράγματα του τόπου από τις πρώτες δεκαετίες του επόμενου, 18ου αιώνα. Ο Νικόλαος ή Νικολός Χωματιανός Λογοθέτης, ανοίγει τότε κατά κάποιο τρόπο την αυλαία αυτής της παρουσίας, αναλαμβάνοντας στο αξίωμα του πρόξενου της Αγγλίας στην πόλη. Πρόκειται για μία επίζηλη θέση, που παρέχει πολλά πλεονεκτήματα στον κατοχό της, καθώς του εξασφαλίζει ένα είδος ασυλίας απέναντι στους Τούρκους και μεγάλες δυνατότητες πλουτισμού. Ο Νικόλαος φαίνεται πως εκμεταλλεύεται αυτές τις δυνατότητες στο έπακρο. Η φήμη που αποκτά ανάμεσα στους Αθηναίους δεν είναι κολακευτική.
Το 1747-1748 αναβαθμίζεται ακόμα περισσότερο, καθώς πετυχαίνει να διοριστεί υποπρόξενος άλλης μιας χώρας, της Δημοκρατίας της Βενετίας, αλλά σύμφωνα με τον Αγαθάγγελο, ηγούμενο τότε της μονής των Καπουτσίνων στην Αθήνα, οι ναυτικοί που συναλλάσσονται μαζί του ταλαιπωρούνται λόγω της συνεργασίας του με τους Τούρκους. Ο πρόξενος των δύο κρατών πεθαίνει το 1756 και από αυτή τη χρονική στιγμή ξεκινά η σταδιοδρομία του γιού του Σπυρίδωνα.
Ο έμπιστος του Χασεκή και του Έλγιν
Με τον Σπυρίδωνα Χωματιανό Λογοθέτη (π. 1735-1815), η οικογένεια αποκτά τεράστια πολιτική και οικονομική δύναμη στην πόλη. Η ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη πορεία του φωτίζεται από αρκετές πηγές, καθώς η περίοδος δράσης του συμπίπτει με την έξαρση της περιηγητικής κίνησης, των μεγάλων ταξιδιών που πραγματοποιούσαν Ευρωπαίοι στην Ελλάδα για να γνωρίσουν τον τόπο όπου άνθισε ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και να ανακαλύψουν έργα τέχνης.
Ο Σπυρίδων πρέπει να είχε λάβει καλή για την εποχή του παιδεία, αφού αναφέρεται ότι μιλούσε γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά. Μετά το θάνατο του πατέρα του, κινείται άμεσα για να διασφαλίσει τα οικογενειακά αξιώματα και ταξιδεύει στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσει από τον Άγγλο πρεσβευτή να τον ορίσει πρόξενο στην Αθήνα. Οι Αθηναίοι σπεύδουν με τη σειρά τους να προειδοποιήσουν με μια προφητική επιστολή τον πρέσβη ότι ο Σπυρίδων θα είναι χειρότερος από τον πατέρα του. Αυτός την ίδια στιγμή προσπαθεί να πάρει και τη θέση του υποπρόξενου της Βενετίας.
Το 1773 εκλέγεται για πρώτη φορά δημογέροντας της πόλης. Η μικρή τότε Αθήνα των 10.000-12.000 κατοίκων απολάμβανε προνομίων από τους Τούρκους, με σπουδαιότερο εκείνο της αυτοδιοίκησης: οι χριστιανοί Αθηναίοι εξέλεγαν κάθε χρόνο δημογέροντες, οι οποίοι συνέλεγαν τους φόρους και ρύθμιζαν τις υποθέσεις της κοινότητάς τους. Η επιλογή γινόταν αποκλειστικά από το τοπικό αρχοντολόγιο, τα μέλη δηλαδή των δώδεκα οικογενειών των προεστών της πόλης. Δεδομένου ότι ο Σπυρίδων είναι ο πρώτος της οικογένειάς του που γνωρίζουμε ότι εξελέγη σε αυτή τη θέση, φαίνεται ότι οι Χωματιανοί εντάχθηκαν εκείνη περίπου την περίοδο σε αυτό τον προνομιούχο κύκλο.
Ένα χρόνο αργότερα, το 1774, εγκαθίσταται στην Αθήνα ως βοεβόδας (διοικητής) ο Χατζή Αλή Χασεκής, ο οποίος θα παραμείνει σε αυτή τη θέση για είκοσι και πλέον χρόνια. Πρόκειται για τη λεγόμενη τυραννία του Χασεκή, την πιο σκληρή περίοδο καταπίεσης που γνώρισαν οι Αθηναίοι. Η άγρια φορολογία, η καταναγκαστική εργασία, η αρπαγή περιουσιών, υπήρξαν τα κύρια μέσα με τα οποία ο αδίστακτος βοεβόδας πλούτισε σε βάρος των Ελλήνων της πόλης. Ο Χασεκής δεν έθιξε καθόλου ορισμένους από τους χριστιανούς άρχοντες, όπως ο Σπυρίδων και ο συγγενής του Συμεών, οι οποίοι επιπλέον επωφελήθηκαν από τις εξευτελιστικές τιμές πώλησης ακινήτων που είχε επιβάλει ο τύραννος στους ομογενείς τους και αύξησαν τις περιουσίες τους. Ο περιηγητής Hobhouse, που γνώρισε τον Σπυρίδωνα το 1809, σημειώνει ότι «ήταν έμπιστος του τυράννου Χατζή Αλή Χασεκή και κατέδιδε τους συμπατριώτες του». Η κατάσταση αυτή προκάλεσε επανειλημμένες και θυελλώδεις αντιδράσεις. Το 1785 ο Λογοθέτης καθαιρέθηκε από δημογέροντας, μετά από διαμαρτυρίες των Αθηναίων, και χρειάστηκε να καταφύγει για ένα διάστημα στην Κέα, λόγω της οργής τους. Λίγο αργότερα επιστρέφει στην πόλη και εξασκεί κατά διαστήματα χρέη προξένου της Αγγλίας, έχοντας αποκτήσει και την αγγλική υπηκοότητα.
Η καριέρα του θα φτάσει στο αποκορύφωμά της το 1802, όταν έρχεται στην Αθήνα ο λόρδος Έλγιν, πρεσβευτής της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη, για να επιστατήσει στην αρπαγή των γλυπτών του Παρθενώνα, που είχε αρχίσει δύο χρόνια πριν. Η οικογένεια του λόρδου εγκαθίσταται στο μεγάλο σπίτι των Λογοθέτη στην Αθήνα, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη του Αδριανού. Ο Σπυρίδων κάνει το παν για να συνδράμει τον προϊστάμενό του στη λεηλασία των αθηναϊκών αρχαιοτήτων: «οι κάτοικοι συναγωνίζονται ποιός να πρωτοϊκανοποιήσει τις επιθυμίες σας, ιδίως ο βοεβόδας, ο μητροπολίτης και ο υποπρόξενος Λογοθέτης, οι τρεις δηλαδή που εξουσιάζουν τον τόπο», γράφει ήδη από το Σεπτέμβριο του 1801 στον πρεσβευτή ο βοηθός του Philip Hunt. Σε ανταμοιβή για τη συνεργασία του, ο Έλγιν διορίζει το γιό του Λογοθέτη Νικόλαο ως υποπρόξενο της Αγγλίας στην Αθήνα – τον τρίτο κατά σειρά από την οικογένεια που αποκτά το αξίωμα αυτό.







































































































