Αύγουστε καλέ μου μήνα… να ’σουν δυο φορές το χρόνο (2ο). Εδώ ΡάΔΙΟ ΑΝΤάΡΑ, σε ένα ακόμη Αυγουστιάτικο ταξίδι, και τούτη τη φορά θα φύγουμε από Κάρυστο για Τήνο
.
ΠεριΓράφει η Θέμις Μαυραντή
Δύσκολος καιρός, πολλά τα μποφόρ, Κάβο Ντόρο θα περάσουμε και περιμένουμε να πέσει ο αέρας σε ένα απάγκιο, όπου κάνουμε και το μπάνιο μας.
Ο καιρός κάπως καλμάρισε, ο καπετάνιος αποφασίζει τον απόπλου κι ανοιγόμαστε στο έλεος του Κάβο… Αντάρα, που σηκοχτυπάει το μικρό μας πλεούμενο σαν παιχνίδι, πάνω, κάτω, πάνω και ξανά κάτω, ατελείωτα!…
Βλέποντας έναν ψηλοχαμό να μας έχει ζώσει, την προσπάθεια του καπετάνιου να κρατάει τη σωστή ρότα, τους «βοηθούς» να εκτελούν εντολές για τούτο και για κείνο, ήθελες δεν ήθελες, σου μπαίνανε ιδέες, για να μη βρεθείς σαν μωρή παρθένος στα άπατα. Έτσι, άρχισα να ζητάω επίμονα σωσίβιο, μα κανένας δε μου έδινε σημασία. Νομίζανε λέει, πως έκανα πλάκα…
Είδα κι απόειδα, θυμώνω, γυρίζω τα μπρος πίσω και κοιτάζω πια, ανάποδα!
Πώς κάνουν τα μικρά παιδιά όταν θυμώνουν και γυρίζουν την πλάτη σταυρώνοντας τα χέρια στο στήθος; Έτσι ακριβώς!
Έ, τι να σας πω βρε παιδιά; Άλλο πράγμα! Τόσο …άλλο, που δεν πίστευα τέτοια συγκλονιστική αλλαγή, της μίας και της αυτής πραγματικότητας…
Το ήρεμο σχετικά «ποτάμι» που άφηνε πίσω του το σκάφος, καθώς έσχιζε τους φουρτουνιασμένους νερόλοφους της θάλασσας, και τα βουνά της Εύβοιας εκεί απέναντι, άλλαξαν εντελώς το τοπίο και μου πρόσφεραν την ασφάλεια που απεγνωσμένα αποζητούσα.
Ήσυχη πια, κοιτάζοντας πίσω, απόλαυσα το τρικυμισμένο ταξίδι, κι άφησα τους άλλους να κάνουν τα δικά τους κουμάντα…
Φτάσαμε νωρίς το απόγευμα στην Τήνο. Δέσαμε στο λιμάνι, απέναντι από την πλατεία όπου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, οι Στρατιωτικές, Θρησκευτικές, Πολιτικές Αρχές, θα συγκεντρώνονταν σε λίγες μέρες να αποτίσουν τα δέοντα, στη Μεγαλόχαρη του νησιού, το Δεκαπενταύγουστο.
Προσεγγίζοντας από τη θάλασσα τη Χώρα της Τήνου, έχει κανείς τη γενική άποψη της πόλης, που έδειχνε όμορφη και ενδιαφέρουσα.
Όταν όμως, το «πλάνο» έκλεισε με κοντινά, είχα μία από τις ωραιότερες εικόνες της ζωής μου, και είναι αυτή της φωτογραφίας μου, όπου το ηλικιωμένο ζευγάρι κάθεται στο παγκάκι του λιμανιού, σαν να περιμένει το πλοίο για το μακρινό ταξίδι κι εκείνος, έχει αγκαλιά την από χρόοονια αγαπημένη του…
Αυτό, συνέβη πριν από 13 χρόνια και από τους 2013 ΟνειρόΚυκλους αφιερώνω από ψυχής, σε κείνο το ζευγάρι, το τραγούδι που ακολουθεί.
Οι στίχοι είναι του Νίκου Γκάτσου, η μουσική του Μάνου Χατζηδάκι και τραγουδά ο Λάκης Παππάς.
ΜΙΑ ΠΑΝΑΓΙΑ
Μια Παναγιά μιαν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκκλήσι αλαργινό.
Κάθε βραδιά της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
κοιτάζω λίγο και προσκυνώ.
Πότε θα ’ρθεί πότε θα ’ρθεί το καλοκαίρι
πότε τ’ αστέρι θ’ αναστηθεί
να σου φορέσω στα μαλλιά χρυσό στεφάνι
σαν πυροφάνι σ’ ακρογιαλιά.
Μια Παναγιά μιάν αγάπη μου έχω κλείσει
σ’ ερημοκκλήσι αλαργινό.
Κάθε βραδιά της καρδιάς την πόρτα ανοίγω
δακρύζω λίγο και προσκυνώ.
❍ ❍ ❍






































































































