Το διήγημα «Γιάννης ο Βλογημένος» είναι ένα Πρωτοχρονιάτικο διήγημα του Φώτη Κόντογλου. Ο Κόντογλου υπήρξε πρωτοπόρος ζωγράφος και λογοτέχνης. Το παρόν διήγημα αναφέρεται σε δύο μορφές οι οποίες δείχνουν την εμφάνιση ενός «αγίου ανάμεσά μας». Οι δύο αυτές μορφές είναι ο Άγιος Βασίλειος και ο Γιάννης ο Βλογημένος. Ο Άγιος Βασίλειος είναι ένας «άγιος ανάμεσά μας» σύμφωνα με την λαϊκή φαντασία και παράδοση. Ο Γιάννης ο Βλογημένος είναι ένας άνθρωπος του απλού λαού, άγνωστος «άγιος ανάμεσά μας» σύμφωνα με τη Λογοτεχνία του Φώτη Κόντογλου. Ο παραδειγματικός άνθρωπος μέσα στα βάσανα και τους αγώνες για μια καλύτερη ζωή, αυτός είναι «ο άγιος ανάμεσά μας». Οι αντιξοότητες δεν μπόρεσαν να τον ασχημίσουν… Τέτοιες μορφές ανεξάρτητα από τόπο και χρόνο, μας δείχνουν τον δρόμο για έναν καλύτερο κόσμο.
Πέγκη Φαράντου
Διδάκτωρ Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
Ο άγιος Βασίλης, σαν περάσανε τα Χριστούγεννα, πήρε το ραβδί του και γύρισε σ’ όλα τα χωριά, να δει ποιος θα τον γιορτάσει με καθαρή καρδιά. Πέρασε από λογιών – λογιών πολιτείες κι από κεφαλοχώρια, μα σ’ όποια πόρτα κι αν χτύπησε δεν τ’ ανοίξανε, επειδή τον πήρανε για διακονιάρη. Κ’ έφευγε πικραμένος, γιατί ο ίδιος δεν είχε ανάγκη από τους ανθρώπους, μα ένοιωθε το πόσο θα πονούσε η καρδιά κανενός φτωχού από την απονιά που του δείξανε κείνοι οι άνθρωποι.
Μια μέρα έφευγε από ένα τέτοιο άσπλαχνο χωριό, και πέρασε από το νεκροταφείο, κ’ είδε τα κιβούρια πώς ήτανε ρημαγμένα, οι ταφόπετρες σπασμένες κι αναποδογυρισμένες, και τα νιόσκαφτα μνήματα είτανε σκαλισμένα από τα τσακάλια. Σαν άγιος που είτανε, άκουσε πώς μιλούσανε οι πεθαμένοι και λέγανε: «Τον καιρό πού είμαστε στον απάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι αφήσαμε πίσω μας παιδιά κι΄ εγγόνια να μας ανάβουνε κανένα κερί, να μας καίγουνε λίγο λιβάνι· μα δεν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπά στο κεφάλι μας να μας διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρά σαν να μην αφήσαμε πίσω μας κανέναν». Κι ο άγιος Βασίλης πάλι στεναχωρήθηκε κ’ είπε: «Τούτοι οι χωριάτες ούτε σε ζωντανό δε δίνουνε βοήθεια, ούτε σε πεθαμένον», και βγήκε από το νεκροταφείο, και περπατούσε ολομόναχος μέσα στα παγωμένα χιόνια.
❍ ❍ ❍
Παραμονή της πρωτοχρονιάς έφταξε σε κάτι χωριά πού είτανε τα πιο φτωχά ανάμεσα στα φτωχοχώρια, στα μέρη της Ελλάδας. Ο παγωμένος αγέρας βογκούσε ανάμεσα στα χαμόδεντρα και στα βράχια, ψυχή ζωντανή δεν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Είδε μπροστά του μια ραχούλα, κι από κάτω της είτανε μια στρούγκα τρυπωμένη. Ο άγιος Βασίλης μπήκε στη στάνη και χτύπησε με το ραβδί του την πόρτα της καλύβας και φώναξε: «Ελεήστε με, τον φτωχό, για την ψυχή των αποθαμένων σας˙ κι ο Χριστός μας διακόνεψε σε τούτον τον κόσμο!». Τα σκυλιά ξυπνήσανε και χυθήκανε απάνω του, μα σαν πήγανε κοντά του και τον μυριστήκανε, πιάσανε και κουνούσανε τις ουρές τους, και πλαγιάζανε στα ποδάρια του και γρούζανε παρακαλεστικά και χαρούμενα. Απάνω σ’ αυτά, άνοιξε η πόρτα και βγήκε ένας τσοπάνης, ως εικοσιπέντε χρονών παλληκάρι, με μαύρα στριφτά γένεια, ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, άνθρωπος αθώος κι απελέκητος, προβατάνθρωπος, και πριν να καλοϊδεί ποιος χτύπησε, είπε: «΄Ελα, έλα μέσα. Καλή μέρα, καλή χρονιά!». Μέσα στο καλύβι έφεγγε ένα λυχνάρι, κρεμασμένο από πάνω από μια κούνια, που είτανε δεμένη σε δύο παλούκια. Δίπλα στο τζάκι είτανε τα στρωσίδια τους και κοιμότανε η γυναίκα του Γιάννη. Αυτός, σαν εμπήκε μέσα ο άγιος Βασίλης, κ’ είδε πώς είτανε γέρος σεβάσμιος, πήρε το χέρι του και τ’ ανεσπάσθηκε κ’ είπε: «Να ’χω την ευχή σου, γέροντα», και το ’ λεγε σαν να τον γνώριζε κι από πρωτύτερα, σά να ’ τανε πατέρας του. Και εκείνος είπε: «Βλογημένος να ’ σαι, εσύ κι όλο το σπιτικό σου, και τα πρόβατα σου˙ η ειρήνη του Θεού να ’ ναι απάνω σας!». Σηκώθηκε κ’ η γυναίκα και πήγε και προσκύνησε και εκείνη τον γέροντα και φίλησε το χέρι του και τη βλόγησε. Κι ο άγιος Βασίλης είτανε σαν καλόγερος ζητιάνος, με μια σκούφια παλιά στο κεφάλι του, και τα ράσα του είτανε τριμμένα και μπαλωμένα και τα τσαρούχια του τρύπια, κ’ είχε κ’ ένα παλιοτάγαρο αδειανό. Ο Γιάννης ο Βλογημένος έβαλε ξύλα στο τζάκι. Και παρευθύς, φεγγοβόλησε το καλύβι και φάνηκε σαν παλάτι. Και φανήκανε τα δοκάρια, σά να’τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ’ οι πητιές που είτανε κρεμασμένες φανήκανε σαν καντήλια, κ’ οι καρδάρες και τα τυροβόλια και τ’ άλλα τα σύνεργα που τυροκομούσε ο Γιάννης, γινήκανε σαν ασημένια, και σαν πλουμισμένα με διαμαντόπετρες φανήκανε, και τ’ άλλα, τα φτωχά τα πράγματα που’χε μέσα στο καλύβι του ο Γιάννης ο Βλογημένος. Και τα ξύλα που καιγόντανε στο τζάκι τρίζανε και λαλούσανε σαν τα πουλιά που λαλούνε στον παράδεισο, και βγάζανε κάποια ευωδία πάντερπνη.
Τον άγιο Βασίλη τον βάλανε κ’ έκατσε κοντά στη φωτιά κ’ η γυναίκα του ’θεσε μαξιλάρια ν’ ακουμπήσει. Κι ο γέροντας ξεπέρασε το ταγάρι του από το λαιμό του και τ’βαλε κοντά του, κ’ έβαλε και το παλιόρασό του κι απόμεινε με το ζωστικό του. Κι ο Γιάννης ο Βλογημένος πήγε κι άρμεξε τα πρόβατα μαζί με τον παραγυιό του, κ’ έβαλε μέσα στην κοφινίδα τα νιογέννητα τ’ αρνιά, κι ύστερα χώρισε τις ετοιμόγεννες προβατίνες και τις κράτησε στο μαντρί, κι ο παραγυιός τα ’βγαλε τ’ άλλα στη βοσκή. Λιγοστά είτανε τα ζωντανά του, φτωχός είτανε ο Γιάννης, μα είτανε Βλογημένος. Κ’ είχε μια χαρά μεγάλη, σε κάθε ώρα, μέρα και νύχτα, γιατί είτανε καλός άνθρωπος κ’ είχε και καλή γυναίκα, κι όποιος λάχαινε να περάσει από την καλύβα τους, σαν να ’τανε αδελφός τους, τον περιποιόντανε. Για τούτο κι ο άγιος Βασίλης κόντεψε στο σπίτι τους, και κάθησε μέσα, σα να ’τανε δικό του σπίτι, και βλογηθήκανε τα θεμέλιά του. Κείνη τη νύχτα τον περιμένανε όλες οι πολιτείες και τα χωριά της Οικουμένης, οι αρχόντοι, οι δεσποτάδες κ’ οι επίσημοι άνθρωποι˙ μα εκείνος δεν πήγε σε κανέναν, παρά πήγε και κόνεψε στο καλύβι του Γιάννη του Βλογημένου.
❍ ❍ ❍






































































































