Στις ημέρες μας πολύ συχνά ακούμε τη λέξη αλληλεγγύη. Η αλληλεγγύη, που απλά την ερμηνεύουμε σαν μια έκρηξη συναισθημάτων αγάπης για τον δοκιμαζόμενο συνάνθρωπο που βρίσκεται σε αδιέξοδο και κοινωνική αποξένωση, και περιμένει με αγωνία εκείνον τον ακούραστο ζηλωτή και ξεχωριστό άνθρωπο που θα αφυπνιστεί στο προσκλητήριο της αδυναμίας του, και θα του απλώσει το χέρι της βοήθειας και της λύτρωσης, αλλά κυρίως τη ζεστασιά της καρδιάς του.
Μελετώντας τη λέξη «αλληλεγγύη» βρίσκουμε ότι είναι: «Η σχέση της αμοιβαίας ηθικής ή υλικής υποστήριξης». Λέμε συχνά: «Αυτός είναι αλληλέγγυος…» και εννοούμε ότι αυτός συμπαρίσταται σε κάποιον ή σε κάτι. Η λέξη αλληλεγγύη (αλλήλων + εγγύς) ή (αλληλ +εγγύη) είναι ουσιαστικό γένους θηλυκού. Πιο αναλυτικά, αλληλεγγύη είναι: α) η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους ανθρώπους και β) το ηθικό καθήκον της αλληλοβοήθειας και της αλληλοκατανόησης που έχουν τα μέλη μιας ομάδας να αλληλοϋποστηρίζονται, να αλληλοβοηθούνται και να ενισχύονται αμοιβαία. Συνώνυμα της λέξης αυτής είναι η συμπαράσταση, η σύμπνοια, η αδελφοσύνη, η αγάπη, η αυτοθυσία, ο αλτρουισμός και άλλα πολλά.
Πέρα από όλα τα παραπάνω θετικά για την αλληλεγγύη, εύλογα θα αναρωτηθούμε: «Είναι εύκολο να υπεκφύγει ένας άνθρωπος ή μια χώρα από το ιερό καθήκον της αλληλεγγύης προς τον συνάνθρωπό του, ή τον διπλανό του ή τον εταίρο του;» Η απάντηση είναι απογοητευτική, γιατί είναι πάρα πολύ εύκολο να το πετύχει κάποιος αυτό το ανόσιο αποτέλεσμα, με τον ύπουλο τρόπο της απαξίωσης του συνανθρώπου ή του εταίρου. Και είναι πολύ θλιβερό γιατί μια τέτοια κατάσταση αντιμετωπίζει και η πατρίδα μας, ως μέλος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, από τη «φίλη» χώρα Γερμανία, που υποσκάπτει τα θεμέλια της Ελλάδας (αδιαφορώντας αν χρωστά 162 δις ευρώ στην Ελλάδα από πολεμικές αποζημιώσεις). Δεν είναι τυχαίες οι σκληρές δημοσιεύσεις στον γερμανικό Τύπο για τους «τεμπέληδες, σπάταλους, απατεώνες, κλέφτες, ψεύτες, Έλληνες της διαφθοράς…», όπως τους χαρακτηρίζει, ούτε και οι χυδαίες εικόνες για τα αρχαία ιερά σύμβολα του τόπου μας, που προκαλούν το δέος και τον θαυμασμό σε όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι το 62% των Γερμανών είναι εχθρικό σε οποιοδήποτε σχέδιο, μελέτη ή απόφαση βοήθειας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο ότι στη συνείδηση των άλλων χωρών, αλλά κυρίως των Γερμανών, οι Έλληνες δεν αξίζουν το ηθικό και όχι μόνο χρέος της αλληλεγγύης από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα.
Και όλα αυτά τα δεινά του τόπου μας θεμελιώνονται σε πράξεις υποβάθμισης και απαξίωσης, που επιτυχώς και δολίως προηγήθηκαν, ώστε το αποτέλεσμα να είναι όχι μόνο η απουσία, αλλά και η χλεύη για μια αληθινή συμπαράσταση και αλληλεγγύη, που θα βοηθούσε τη χώρα μας να επανέλθει σε μια σωστή και σταθερή πορεία ζωής.
Θα ήθελα στους τιμωρούς της πατρίδας μας – που σίγουρα στη ζωή τους, αυτή τη ζωή της υψηλής τεχνολογίας, του πλούτου, των οικονομικών συμφερόντων και των πονηρών επιτοκίων, που στοχεύουν μόνο στα να φουσκώσει ακόμα περισσότερο το χοντρό τους πορτοφόλι, αγνοώντας τη λέξη αλληλεγγύη, δίνοντας ψίχουλα και παίρνοντας ματωμένη γη- να τους γνωρίσω «Πώς είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση» που τους περιμένει, όπως πολύ καλά την περιέγραψε στη διδασκαλία του ο Γέρων Παΐσιος Αγιορείτης (Περιοδ. ΖΗΝΩΝ, Πειραιάς):
«Πώς είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση»
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε το Θεό να του δείξει πώς είναι ο Παράδεισος και η Κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: «Έλα να σου δείξω την Κόλαση». Βρέθηκε τότε σε ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι, και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν μια πολύ μακριά κουτάλα. Έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν…
Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο». Βρέθηκε τότε σε ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο.
Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν τη ζωή τον Παράδεισο;
Ελένη Κονιαρέλλη – Σιακή




































































































