Γράφει ο Γιάννης Μπεθάνης – Από την έντυπη έκδοση της εβδομαδιαίας Αμαρυσίας – 21/03/2026
Συνολικά 10 εκατ. ευρώ περισσότερα από πέρυσι διαθέτει στους Δήμους και τους Συνδέσμους της χώρας το Υπουργείο Εσωτερικών για δράσεις πυροπροστασίας. Αύξηση 25% δηλαδή και συνολικά 171% σε σχέση με όσα δίνονταν το 2019, χρονιά ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων από τη Ν.Δ..
Ασφαλώς τα βήματα σε αυτόν τον τομέα είναι θετικά. Αλλά κάπου εδώ μπαίνει στην κουβέντα η γνωστή φράση για τους αριθμούς που ευημερούν και τους ανθρώπους που δυστυχούν.
Ας δούμε τι έχει συμβεί στη χώρα αυτά τα 7 χρόνια σε επίπεδο πυρκαγιών:
– Το 2021 η Βόρεια Εύβοια κατακάηκε (έως και 510.000 στρέμματα απίστευτης περιβαλλοντικής και τοπικά οικονομικής ζημιάς). Την ίδια χρονιά μεγάλες φωτιές σημειώθηκαν στη Βαρυμπόμπη, στην Αρχαία Ολυμπία και στη Μεσσηνία.
– Το 2023 στον Έβρο και την Αλεξανδρούπολη η αδιανόητη πυρκαγιά, η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέκαψε περίπου 938.000 στρέμματα, προκαλώντας ανυπολόγιστη ζημιά στο Εθνικό Πάρκο Δαδιάς – Λευκίμμης – Σουφλίου. Το ίδιο καλοκαίρι η Ρόδος υπέστη τη μεγαλύτερη πυρκαγιά της. Κάηκαν εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, ενώ η Ευρώπη έβλεπε άναυδη τη μεγαλύτερη επιχείρηση εκκένωσης που έχει γίνει ποτέ στην Ελλάδα, με τη μεταφορά χιλιάδων τουριστών και κατοίκων από τη φλεγόμενη νότια πλευρά του νησιού. Το ίδιο καλοκαίρι μεγάλη ήταν η καταστροφή και από την πυρκαγιά στην περιοχή Διακοφτού – Αιγίου, η οποία έφτασε μέχρι τη θάλασσα.
– Το 2024 ήταν σειρά της Βορειοανατολικής Αττικής, με τη φωτιά να ξεκινάει από τον Βαρνάβα, να διανύει πάνω από 20 χιλιόμετρα, να περνάει μέσα από τη Νέα Πεντέλη καίγοντας το σχολικό γυμναστήριο και προξενώντας ζημιές στο παρακείμενο Γυμνάσιο – Λύκειο, για να καταλήξει στο Πάτημα Βριλησσίων και τις παρυφές του Χαλανδρίου, σε μια από τις πιο επικίνδυνες πυρκαγιές των τελευταίων ετών, καθώς εισήλθε στον οικιστικό ιστό του Λεκανοπεδίου.
– Φυσικά έως και το καλοκαίρι του 2025 σημειώθηκαν ουκ ολίγες πυρκαγιές που ξέφυγαν από τον έλεγχο και προκάλεσαν εκτενείς καταστροφές, όπως στην Πάτρα και στην Άρτα, ενώ ο απολογισμός όλων αυτών των ετών περιλαμβάνει απώλειες ανθρωπίνων ζωών και καταστροφές εκατοντάδων σπιτιών, επιχειρήσεων και υποδομών.
Πόσο σημαντική ήταν η συμβολή των Δήμων της χώρας στην πρόληψη και μετά στην αντιμετώπιση των πυρκαγιών αυτών; Θα λέγαμε ότι ήταν περισσότερο «ηρωική», παρά καταλυτική. Διότι, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας, ανέκαθεν η αντιπυρική χρηματοδότηση δεν ήταν επαρκής και -το κυριότερο- δεν συνοδεύεται με την κατάλληλη στελέχωση σε εποχικό ή/και μόνιμο προσωπικό. Η φράση που ακούστηκε από κυβερνητικά χείλη ότι για τις καταστροφές «φταίει η έλλειψη εθελοντών» εξακολουθεί να είναι εξοργιστική.
Όσο για το καθαρά οικονομικό σκέλος, αρκεί κανείς να ρίξει μια ματιά στα ποσά (μικρότερα ή μεγαλύτερα) που κατανέμονται φέτος στους Δήμους, με την αύξηση του 25% κιόλας και μετά να διαβάσει τους 9 τομείς για τους οποίους διατίθενται. Πιστεύει κανείς ότι τα ποσά αυτά επαρκούν σε ικανοποιητικό βαθμό για να «τσεκαριστούν» και τα 9 αυτά «κουτάκια»;
Και για να γίνουμε και λίγο «παραπολιτικοί», είναι αυτά τα ποσά αρκετά για να στηρίξουν στην πράξη την «Ενεργή Μάχη», δηλαδή τον νέο σχεδιασμό του Υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας για την αντιπυρική προστασία, με τον οποίο φιλοδοξεί να εγκαινιάσει ένα νέο πιο ενεργό, ουσιαστικό και αναβαθμισμένο ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην πρόληψη και καταπολέμηση των πυρκαγιών στο πεδίο; Είχε λόγο η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου στην απόφαση του ΥΠΕΣ; Ή σε περίπτωση νέας καταστροφής, οι Δήμοι θα είναι και πάλι ο εύκολος στόχος στο παιχνίδι των ευθυνών;






































































































