H κατάργηση των Σχολικών Επιτροπών αποτέλεσε µια από τις πλέον αµφιλεγόµενες παρεµβάσεις στη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τα τελευταία χρόνια. Μπορεί να παρουσιάστηκε ως µέτρο εξορθολογισµού και απλοποίησης των διαδικασιών, όµως εν τοις πράγµασι ανέδειξε µια σειρά από σοβαρά προβλήµατα στην καθηµερινή διαχείριση των σχολικών µονάδων, δηµιουργώντας κενά που οι ΟΤΑ (λόγω υποστελέχωσης αλλά και υποχρηµατοδότησης) δυσκολεύονται να καλύψουν άµεσα και αποτελεσµατικά.
Είναι αλήθεια ότι οι Σχολικές Επιτροπές λειτουργούσαν ως ευέλικτος µηχανισµός άµεσης παρέµβασης. Είχαν τη δυνατότητα να εγκρίνουν γρήγορα µικρές δαπάνες, να αντιµετωπίζουν επείγουσες βλάβες και να ανταποκρίνονται χωρίς χρονοτριβή σε λειτουργικές ανάγκες. Από µια απλή επισκευή σε σύστηµα θέρµανσης µέχρι την αντικατάσταση σπασµένων υαλοπινάκων ή την προµήθεια βασικών υλικών καθαριότητας, οι αποφάσεις λαµβάνονταν σε τοπικό επίπεδο, µε γνώση των ιδιαιτεροτήτων κάθε σχολείου.
Μετά την κατάργησή τους, οι αρµοδιότητες µεταφέρθηκαν σε κεντρικές υπηρεσίες των ∆ήµων, επιβαρύνοντας τους ήδη πιεσµένους διοικητικούς µηχανισµούς. Η γραφειοκρατία αυξήθηκε, οι εγκρίσεις πολλαπλασιάστηκαν και ο χρόνος ανταπόκρισης επιµηκύνθηκε. Το αποτέλεσµα είναι ότι ζητήµατα που παλαιότερα επιλύονταν σε λίγες ηµέρες, πλέον απαιτούν εβδοµάδες ή και µήνες. Σε περιπτώσεις δε έκτακτων προβληµάτων, η καθυστέρηση µπορεί να επηρεάσει ακόµη και την εύρυθµη λειτουργία των σχολείων.
Παράλληλα, η απουσία ενός συλλογικού οργάνου µε τη συµµετοχή γονέων και εκπαιδευτικών αποδυνάµωσε τη διαφάνεια και τη συµµετοχικότητα. Οι Σχολικές Επιτροπές δεν ήταν απλώς διαχειριστικοί φορείς· αποτελούσαν πεδίο διαλόγου και συνεργασίας µεταξύ σχολικής κοινότητας και ∆ήµου. Η κατάργησή τους δηµιούργησε αίσθηµα αποµάκρυνσης των πολιτών από τη λήψη αποφάσεων που αφορούν άµεσα τα παιδιά µας.
Η απουσία ενός ευέλικτου οργάνου που αφορά τα σχολικά ζητήµατα επισηµάνθηκε από παρατάξεις της αντιπολίτευσης σε πρόσφατη συνεδρίαση του ∆ηµοτικού Συµβουλίου Πεντέλης (ρεπορτάζ στο παρόν φύλλο) στην οποία συζητήθηκε το περιστατικό της 20ής Φεβρουαρίου, όταν προβολέας αποκολλήθηκε και έπεσε από ύψος 10 µέτρων στο προαύλιο του ∆ηµοτικού Νέας Πεντέλης.
Παρόµοια συζήτηση έγινε και στο Ελληνικό Κοινοβούλιο µετά από σχετική ερώτηση βουλευτών του ΚΚΕ για τη χρηµατοδότηση των σχολικών µονάδων. Η ερώτηση των βουλευτών του ΚΚΕ έκανε λόγο για «γενικευµένη οικονοµική ασφυξία» στα σχολεία, µε αφορµή, µεταξύ άλλων, την περίπτωση του ∆ήµου Ελληνικού – Αργυρούπολης, όπου -όπως καταγγέλλεται- για συγκεκριµένο χρονικό διάστηµα δεν επιτρεπόταν η πραγµατοποίηση δαπανών µέσω της πάγιας προκαταβολής, την ώρα που οι σχολικές µονάδες αντιµετωπίζουν ελλείψεις ακόµη και σε βασικά λειτουργικά έξοδα.
Η υπουργός Παιδείας Σοφία Ζαχαράκη απαντώντας υπερασπίστηκε τη θέση της κυβέρνησης, διαβεβαιώνοντας ότι το νέο σύστηµα διαχείρισης των σχολικών δαπανών µέσω των ∆ήµων διασφαλίζει µεγαλύτερη αποτελεσµατικότητα και διαφάνεια.
Στην απάντησή της, η υπουργός επικαλέστηκε το ισχύον θεσµικό πλαίσιο και συγκεκριµένα το άρθρο 28 του Ν. 5056/2023, βάσει του οποίου από τις 30 Ιουνίου 2024 οι αρµοδιότητες των Σχολικών Επιτροπών µεταφέρθηκαν στους ∆ήµους, ενώ συστάθηκε πάγια προκαταβολή µε υπόλογο διαχειριστή τον διευθυντή κάθε σχολικής µονάδας.
Σύµφωνα µε την υπουργό, στόχος της µεταρρύθµισης είναι η αποφυγή δυσλειτουργιών που θα προκαλούσε η ένταξη των Σχολικών Επιτροπών στο Μητρώο Φορέων Γενικής Κυβέρνησης της ΕΛΣΤΑΤ, καθώς όπως επεσήµανε, οι Επιτροπές δεν διαθέτουν την αναγκαία διοικητική και λογιστική υποδοµή για να ανταποκριθούν στις αυξηµένες δηµοσιονοµικές υποχρεώσεις που συνεπάγεται η ένταξή τους στο νέο καθεστώς.
Συµπερασµατικά, η παράλογη και απρόσωπη δύναµη της γραφειοκρατίας για ακόµα µια φορά σε έναν άκρως σηµαντικό τοµέα της δηµόσιας διοίκησης προκαλεί σηµαντικές καθυστερήσεις και λιγότερη ευελιξία, θυµίζοντας τη ζοφερή πραγµατικότητα που περιγράφεται στην «∆ίκη» του Κάφκα…






































































































