Κάποιες φορές, το μόνο που έχεις να κάνεις είναι απλώς να σωπαίνεις. Η ίδια η Ιστορία βρίσκεται εκεί μπροστά σου, να σου προκαλεί δέος και να κάνει τις λέξεις, ακόμα και αυτής της πολύ πλούσιας ελληνικής γλώσσας, να φαντάζουν λίγες.
Οι φωτογραφίες των εκτελεσθέντων της Καισαριανής την Πρωτομαγιά του 1944, που είδαν το φως της δημοσιότητας, έστω από ένα περίεργο παιχνίδι της μοίρας, μετά την προσπάθεια του ανθρώπου που τις είχε στην κατοχή του να τις πουλήσει στο διαδίκτυο, αποτελούν όχι μόνο ένα ιστορικό ντοκουμέντο, απόδειξη μιας από τις αμέτρητες θηριωδίες των Ναζί, αλλά και ένα τεράστιο παράδειγμα αυτοθυσίας και πραγματικής πίστης στην πατρίδα και την Ελευθερία.
Δεν θα σταθώ καν στην αυτονόητη υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να αποκτήσει με κάθε τρόπο και κάθε κόστος το υλικό αυτό και η κήρυξή τους ως Μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού. Οποιαδήποτε άλλη εξέλιξη θα αποτελούσε ντροπή για τη χώρα. Και η πορεία των τελευταίων ετών δεν αντέχει άλλες ντροπές.
Θέλω να γράψω δυο λόγια για τους ίδιους. Για τα πρόσωπα που βλέπουμε σε αυτές τις συγκλονιστικές φωτογραφίες.
Άνδρες αγέρωχοι, χαμογελαστοί, αποφασισμένοι. Άνδρες που δεν λιποψύχησαν την ύστατη ώρα μπροστά στον βίαιο θάνατο. Άνδρες που πριν οι φλόγες βγουν από τις κάννες των φονιάδων τους, κόρδωσαν το κορμί, ύψωσαν τη γροθιά και βροντοφώναξαν για την ελευθερία.
Πολλές φορές, διαβάζοντας όλα αυτά τα χρόνια για την Ιστορία των εκτελέσεων, σε βιβλία και ιστορικές μαρτυρίες, παρακολουθώντας ταινίες και ντοκιμαντέρ, συζητώντας, όσο ήταν ακόμα ζωντανοί και διαυγείς με τους παππούδες μου και άλλους ανθρώπους που είχαν βιώσει τη θηριωδία του πολέμου, αναρωτιόμουν. Ποιες να ήταν οι σκέψεις αυτών των ανθρώπων εκείνες τις τελευταίες τους ώρες.
Δεν μπορεί, κάποιοι θα φοβήθηκαν. Κάποιοι μπορεί να έκλαψαν. Κάποιοι θα ήλπιζαν μέχρι την τελευταία στιγμή ότι κάτι μπορεί να αλλάξει και θα σώζονταν. Τι να είπαν μεταξύ τους; Πώς να αποχαιρετίστηκαν πριν τους πάρουν για εκτέλεση; Ποια ήταν η τελευταία κουβέντα που είπαν σε κάποιον δικό τους; Ποιες ήταν οι σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό τους, βλέποντας τα όπλα να τους σημαδεύουν;
Όσο τα σκέφτομαι, νιώθω ένα ρίγος να με διαπερνά. Γιατί μπορεί να μην γνωρίζω την απάντηση στις παραπάνω ερωτήσεις, αλλά ξέρω σίγουρα πως δεν θα είχα το ελάχιστο θάρρος να βρεθώ στη θέση τους. Στα μάτια μου φαντάζει κάτι τόσο ανώτερο που δεν έχει μέτρο να μετρηθεί.
Σκέφτομαι το σήμερα. Σε μια εποχή απόλυτης ευτέλειας, όπου το «ξέρεις ποιος είμαι εγώ;» πάει σύννεφο από ανθρώπινους φελλούς με μπόι δυο πιθαμές και ύφος σημαντικότητας, άραγε, πόσοι νιώθουν δέος από την βαριά σκιά που μας καλύπτει το δυσθεώρητο ανάστημα που ύψωσαν οι άνθρωποι σε αυτές τις φωτογραφίες;
Δεν χρειάζεται να πάρουμε απάντηση ούτε σε αυτό. Η απάντηση είναι ξεκάθαρη. Και είναι η δυστυχία εκείνων που ποτέ δεν χώνεψαν την ήττα του κατακτητή και ακόμα και σήμερα, δεν τολμούν να κοιτάξουν τις τρύπες στον τοίχο της Καισαριανής, ούτε στη φωτογραφία.
Τι να κάνουμε. Σε αυτή τη χώρα, διαχρονικά, κάποιοι έγραφαν την Ιστορία και κάποιοι άλλοι την εκμεταλλεύονταν. Πάντα θα υπάρχει η επιλογή του τι θέλεις να γράψουν τα βιβλία για σένα.







































































































