«Η ιστορία της παρακµής του πελατειακού συστήµατος και της πολιτικής των µηχανισµών αποτελεί την προϊστορία του κοινωνικού κράτους» γράφει στο βιβλίο της µε τίτλο «Brokers, Voters, and Clientelism: The Puzzle of Distributive Politics» («Μεσάζοντες, Ψηφοφόροι και Πελατειακές Σχέσεις: Το Αίνιγµα της ∆ιανεµητικής Πολιτικής») η Susan C. Stokes.
Αυτό που περιγράφει στο βιβλίο της η σπουδαία Αµερικανίδα πολιτική επιστήµονας είναι µε λίγα λόγια η ιστορία του ελληνικού κράτους. Κατά την προγενέστερη περίοδο, πολύ πριν εµφανιστεί το «κανονικό» κοινωνικό κράτος (το ποιο;) υπήρχε µια πιο πρωτόγονη µορφή διανοµής πόρων: το πελατειακό σύστηµα.
Στο πελατειακό σύστηµα ο πολίτης ζητάει από τον πολιτευτή ρουσφέτι (προέρχεται από την τουρκική «rüşvet», που σηµαίνει «δωροδοκία») όχι επειδή το δικαιούται αλλά επειδή έχει πολιτική – πελατειακή σχέση µαζί του («σε ψήφισα, και είσαι υποχρεωµένος να κάνεις τη µετάθεση του γιου µου»).
Αντίθετα, στο κοινωνικό κράτος, ο κανόνας είναι το αυτονόητο. ∆ηλαδή, οι παροχές δίνονται µε κανόνες και δικαιώµατα, ισχύουν για όλους και δεν εξαρτώνται από προσωπικές σχέσεις.
Με αφορµή την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ (που απέκτησε και.. σίκουελ σαν τις ταινίες!), η διαχρονική και ανθεκτική στον χρόνο παθογένεια του πελατειακού κράτους ήρθε και πάλι στην επιφάνεια – σαν να την είχε ξεβράσει το κύµα!
Το ερώτηµα, όµως, δεν είναι µόνο γιατί αυτή η παθογένεια υπάρχει, αλλά κυρίως γιατί δεν µπορεί εύκολα να ξεριζωθεί.
Ένας βασικός λόγος είναι η ιστορική της εδραίωση. Από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους, οι σχέσεις εξάρτησης µεταξύ πολιτών και πολιτικής εξουσίας λειτούργησαν ως µηχανισµός επιβίωσης και εξυπηρέτησης αµφοτέρων των πλευρών. Αυτή η κουλτούρα ουσιαστικά ποτέ δεν άλλαξε. Απλώς προσαρµόστηκε στις σύγχρονες συνθήκες.
Παράλληλα, το πελατειακό σύστηµα αναπαράγεται µέσα από την ίδια τη λειτουργία του πολιτικού ανταγωνισµού. Οι πολιτικοί, σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, συχνά στηρίζονται σε δίκτυα προσωπικών σχέσεων για να εξασφαλίσουν εκλογική υποστήριξη.
Αντίστοιχα, οι πολίτες, µέσα σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας και γραφειοκρατίας, προσφεύγουν σε «γνωριµίες» για να επιλύσουν ζητήµατα που κανονικά θα έπρεπε να διεκπεραιώνονται θεσµικά. Προσλήψεις στο ∆ηµόσιο, «διευκολύνσεις» σε διοικητικές υποθέσεις, διαγραφή ή «τακτοποίηση» προστίµων, πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας, είναι καταστάσεις που αποτελούν την ελληνική καθηµερινότητα και οι οποίες εδραιώνουν το πελατειακό κράτος.
Επιπλέον, η πολυπλοκότητα της διοίκησης και η έλλειψη διαφάνειας ανοίγουν τον δρόµο για πελατειακές πρακτικές. Όταν οι διαδικασίες δεν είναι σαφείς και γρήγορες, ανοίγει ο δρόµος για µεσολαβήσεις και εξυπηρετήσεις «εκτός σειράς».
Το πελατειακό κράτος, όµως δεν είναι µόνο πρόβληµα των «άλλων» – ας κοιταχτούµε στον καθρέφτη και ας το παραδεχτούµε. Όσο η εξυπηρέτηση «µέσω γνωστού» θεωρείται αποδεκτή ή και αναγκαία, τόσο το σύστηµα θα αναπαράγεται.
Η αντιµετώπιση αυτής της παθογένειας απαιτεί κάτι περισσότερο από νοµοθετικές παρεµβάσεις. Χρειάζεται απλοποίηση διαδικασιών, ενίσχυση της διαφάνειας, ουσιαστική αξιολόγηση στο ∆ηµόσιο και, κυρίως, αλλαγή νοοτροπίας.
Χωρίς αυτά, το πελατειακό κράτος θα παραµένει βαθιά ριζωµένο, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες εξάλειψής του.
Με άλλα λόγια, το πρόβληµα δεν είναι ότι υπάρχει το «µέσον», αλλά το γεγονός ότι είναι κάτι που θεωρούµε φυσιολογικό. Άλλωστε, καµία µεταρρύθµιση δεν αρκεί, αν δεν αλλάξει πρώτα η νοοτροπία που τη γεννά.






































































































