Τετρακόσια χιλιόμετρα νότια της Λάσα, κοντά στην πόλη Λίντζι, συναντάμε τη σύγχρονη εκδοχή του Θιβετανικού μοναστηριού. Εδώ το πρότυπο δεν είναι η Ινδο-νεπαλική θρησκευτική αρχιτεκτονική και αγιογραφία, αλλά η Κινεζική ανακτορική αρχιτεκτονική. Το παλιό μοναστήρι Λάμαλινγκ υπέστη κατά καιρούς μεγάλες καταστροφές, με αποτέλεσμα να κτίζεται σήμερα εκ θεμελίων σύμφωνα με το καθιερωμένο πανκινεζικό πρότυπο.
Ο κύριος ναός θα περιστοιχίζεται σύντομα από μια παγόδα κι ένα μικρότερο ναό, ενώ τα κελιά των δέκα επτά μοναχών κείνται σε χωριστή αυλή. Εκείνοι εργάζονται στην αποκατάσταση του μοναστηριού. Ο ναός περιλαμβάνει τρία επίπεδα, συμβολικές αναπαραστάσεις των τριών σταδίων κατανόησης του Βούδα. Ο μοναχός που τελεί χρέη ξεναγού γνωρίζει με ακρίβεια την ιστορία, τις περιπέτειες και την αγιογραφία του ναού. Ο κύριος με τα γυαλιά -της φωτογραφίας- υπήρξε ο τελευταίος ενσαρκωμένος λάμα του μοναστηριού. Όταν πέθανε, πριν είκοσι πέντε χρόνια, δεν βρέθηκε η ενσάρκωσή του κι έτσι εγκαταλείφθηκε η προσπάθεια εντοπισμού του. Ζωντανές ενσαρκώσεις υπάρχουν πια μόνο δυο, του Πάντσεν και του Δαλάι Λάμα.
Αν ο πνευματικός τουρισμός του Θιβέτ φαίνεται να συρρικνώνεται στην επίσκεψη μοναστηριών-μουσείων, ο φολκλορικός τουρισμός βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη. Η περιοχή της Λίντζι είναι ιδανική για ήρεμες διακοπές σε χαμηλό υψόμετρο (μόλις 3100 μέτρων), εκπληκτικά τοπία, παρθένα δάση, γάργαρα νερά και φιλικούς όσο κι εξυπηρετικούς κατοίκους. Η περιοχή φαίνεται να προετοιμάζεται για την υποδοχή μεγάλων αριθμών επισκεπτών. Στόχος είναι να αυξηθούν οι σημερινοί διακόσιες χιλιάδες ξένοι τουρίστες σε ένα εκατομμύριο, ώστε οι ανατολικές επαρχίες να γίνουν σταδιακά διεθνής προορισμός.
Η αχανής περιοχή κτίζεται πυρετωδώς. Χωριουδάκια ευδιάκριτα από μακριά χάρη στις μεταλλικές πολύχρωμες στέγες (κάθε χωριό έχει επιλέξει το δικό του χρώμα) ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στις καταπράσινες πλαγιές, ενώ δρόμοι διανοίγονται κατά μήκος των οικισμών, με αποτέλεσμα τα ζώα να βόσκουν στην άκρη του δρόμου και τα παιδιά να παίζουν εκεί τριγύρω. Θεματικά πάρκα για την ανάδειξη των τοπικών παραδόσεων, όπως της τοξοβολίας και της ιππασίας, δίνουν την ευκαιρία στον ταξιδιώτη να απολαύσει εκ του ασφαλούς την Θιβετανική φύση, η οποία στην φυσική της εκδοχή έχει μια άγρια και αφιλόξενη ομορφιά που αποθαρρύνει ακόμη και τον πιο τολμηρό να την εξερευνήσει χωρίς τοπικό οδηγό. Η περιοχή είναι ενδιαίτημα τουλάχιστον εκατό ειδών άγριων ζώων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η τίγρη της Βεγγάλης, η λευκή τίγρη, η μαύρη αρκούδα, ο λύκος και άλλα σπάνια ή υπό εξαφάνιση είδη.
Ειδικά παρατηρητήρια κι επιστημονικοί σταθμοί παρακολουθούν τα πτηνά της περιοχής, ενώ οργανωμένες και συχνές περιπολίες αποτρέπουν και προλαμβάνουν τυχόν λαθροθηρίες. Η περιοχή είναι αραιοκατοικημένη. Όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους, ώστε αν κάποιο περιστατικό συμβεί στο δάσος, αμέσως θα μαθευτεί. Οι κάτοικοι είναι αγρότες κτηνοτρόφοι, με τους νεότερους να στρέφονται ολοένα και περισσότερο στα τουριστικά επαγγέλματα και τις υπηρεσίες, μιμούμενοι, εμφανισιακά τουλάχιστον, τους αστέρες της τηλεόρασης. Γνωρίζουν όμως ότι η τουριστική ανάπτυξη θα έρθει μόνον αν κρατήσουν ζωντανά μερικά στοιχεία της παράδοσης και αν δώσουν την εντύπωση, έστω κι επιφανειακά, ότι ζουν μια ευτυχισμένη παραδοσιακή ζωή. Πράγματι, το αναδυόμενο μοντέλο της Λίντζι είναι προφανώς αυτό του φολκλορικού τουρισμού.
Τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία αποτελούν τη βάση για πολλαπλές εξορμήσεις στη γύρω περιοχή, όπου ο επισκέπτης έχει την ευκαιρία να κάνει τη γνωριμία χαμογελαστών αγροτών, να γευτεί την τοπική κουζίνα βασισμένη στο κρέας και τα γαλακτοκομικά προϊόντα του γιάκ μαγειρεμένα με σπάνια γαστριμαργικά υλικά, όπως τρούφες, τοπικές ποικιλίες άγριων μανιταριών και μακροβιοτικά βότανα, να δοκιμάσει το δυναμωτικό τσάι με βούτυρο γιάκ, την τοπική ελαφριά μπύρα ή το γλυκερό κριθαρόκρασο, να κάνει πεζοπορία και ήπια άσκηση στα θεματικά πάρκα, ορειβασία στις παρακείμενες βουνοκορφές (οι καλύτερες κείνται ανατολικότερα στα σύνορα με το Νεπάλ), να συμμετάσχει στα τοπικά πανηγύρια και τέλος να παρακολουθήσει παραδοσιακούς χορούς και θεατρικά έργα. Στα παραδοσιακά χωριά, τα διώροφα σπίτια διατηρούν ακόμη την ξύλινη στέγη θυμίζοντας κάστρα σε μικρογραφία. Εκεί απλοί αλλά καθαροί ξενώνες υποδέχονται όσους επιθυμούν να απολαύσουν τη φυσική ζωή στη Θιβετανική ύπαιθρο.







































































































