Η ιστορική ΑΝΑΔΡΟΜΗ
Η απόφαση της διοργάνωσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα υπήρξε δυσχερής. Ωστόσο, η φτωχή Ελλάδα, ξεπερνώντας τον σκεπτικισμό και την πείσμονα αντίδραση κυβερνητικών παραγόντων όσον αφορά τις οικονομικές δυνατότητες της χώρας να αναλάβει ένα τέτοιο σοβαρό εγχείρημα, αντίδραση ως ένα βαθμό πειστική, αφού η Ελλάδα είχε πρόσφατα κηρύξει πτώχευση, υιοθετεί τελικά την πρόταση του Δημήτριου Βικέλα. Είναι ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας, φιλοτιμίας και γοήτρου οι Ολυμπιακοί αγώνες να επανέλθουν στην κοιτίδα τους· ταυτόχρονα και άμυνα αποτελεί το ιστορικό της αποθεματικό απέναντι στο ράπισμα της πρόσφατης χρεωκοπίας, προβάλλοντας στην παγκόσμια κοινότητα τις διαχρονικές και οικουμενικές αξίες των ελληνικών ιδεωδών. Επιπλέον, οι υπέρμαχοι της ιδέας αντέτειναν ότι η Ελλάδα πολλαπλά οφέλη θα αποκόμιζε από την τέλεσή τους στην Αθήνα, οικονομικά και άλλα χρήσιμα για το έθνος. Και ένα σημαντικό από τα τελευταία, σύμφωνα με τον υπερασπιστή της ιδέας Δημήτριο Βικέλα, είναι το γεγονός ότι «…δικαιούμεθα να προσδοκώμεν εκ του εν Αθήναις πανηγυρισμού των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων ότι […] θα εμψυχωθή η σωμασκία εις την πρώτην κοιτίδα της, και ότι θα δυνάμεθα ευλόγως να ελπίζωμεν αισιώτερον το μέλλον από γενεάς Ελλήνων, των οποίων αι ώραι της νεανικής σχόλης θα διέρχωνται ανδρικώς εις παλαίστρας και εις παίγνια αθλητικά». Θα έπρεπε λοιπόν να γίνουν τα αδύνατα δυνατά, ώστε το εθνικό όνειρο να γίνει πραγματικότητα, στο πλαίσιο άλλωστε και μιας προσπάθειας εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας.
Φιλολόγου, συνεργάτριας της Βορέειου βιβλιοθήκης του Δήμου Αμαρουσίου
mar.spirop@gmail.com www.marysdesk.wordpress.com
Αρκετοί υπήρξαν οι ιδιώτες χορηγοί που αποδέχτηκαν να αναλάβουν το κόστος των αγώνων, κυρίως Έλληνες της διασποράς, με κυριότερο εξ αυτών τον ηπειρώτη, εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ, γνωστό από την ανέγερση του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και της Σχολής των Ευελπίδων. Εθνική τιμή θεώρησε για τον εαυτό του ο Αβέρωφ την ανταπόκρισή του στην έκκληση της πατρίδας, μέσω επιστολής που ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, ως πρόεδρος του εν Αθήναις κεντρικού Συμβουλίου των Διεθνών Ολυμπιακών Αγώνων και ένθερμος υποστηρικτής της τέλεσής τους στην Αθήνα, του απηύθυνε στην Αλεξάνδρεια όπου ζούσε, για την ανάληψη της ανακαίνισης του Παναθηναϊκού Σταδίου, (Καλλιμάρμαρου) μετά την ανακατασκευή του από τον Ηρώδη τον Αττικό. Ίσως ο Αβέρωφ αισθάνθηκε ευτυχέστερος αυτού, αφού από «… έρημο αγρό, τόπο πλήρη λιθωμάτων, ακανθών και ακαθαρσιών συσσωρευμένων πανταχού, ουδέ σκελετό καν, αλλ’ όγκο άμορφο…» το μεταμόρφωσε και το επανέφερε κυριολεκτικά στη ζωή, επενδύοντάς το μάλιστα με πεντελικό μάρμαρο, δαπανώντας το ιλιγγιώδες ποσό των 920.000 χρυσών δραχμών. «Το Παναθηναϊκό Στάδιο έμελλε να υπάρξη το κύριον πεδίον των αγώνων, η εν Αθήναις Άλτις, το κέντρον περί ό έμελλε να στραφή σύμπασα η πανήγυρις…», σύμφωνα με τον Τιμολέοντα Φιλήμονα, Γενικό Γραμματέα του 12/μελούς Συμβουλίου των Ολυμπιακών Αγώνων του1896.
Τιμή και ευγνωμοσύνη αποδόθηκε στον εθνικό ευεργέτη Γεώργιο Αβέρωφ, για τον απαράμιλλο πατριωτισμό του με το στήσιμο του ανδριάντα του, έργο του καθηγητή γλυπτικής του Πολυτεχνείου Γ. Βρούτου, από πεντελικό μάρμαρο σε φυσικό μέγεθος, που κατασκευάστηκε με δαπάνη του Ταμείου των Ολυμπιακών Αγώνων. Ο ανδριάντας τοποθετήθηκε μπροστά από το Στάδιο, και αποκαλύφθηκε σε μια ενθουσιώδη και θερμή τελετή, απόντος του ιδίου λόγω ασθένειας, την 24η Μαρτίου 1896, την παραμονή της έναρξης των αγώνων. Στην εκδήλωση πρωτοστάτησε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος, εκφωνώντας έναν μεστό, ευγνώμονα λόγο.
Η διεξαγωγή των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων στην Αθήνα είναι αναμφισβήτητα ένα πρωτόγνωρο γεγονός για την Ελλάδα του 1896, δεν είναι όμως το μοναδικό. Το άθλημα του Μαραθώνιου δρόμου είναι επίσης καινούργιο, φαντάζει συναρπαστικό και συνεπώς ασκεί έλξη και γοητεία στους αθλητές που συμμετέχουν. Ο Γάλλος εκπαιδευτικός, ελληνιστής φιλόλογος, ελληνολάτρης ρομαντικός Μισέλ Μπρεάλ, φίλος και συνεργάτης του Ντε Κουμπερτέν, ως μέλος μιας από τις επιτροπές που είχαν συσταθεί για να μελετήσουν ζητήματα που θα ανέκυπταν από την ανασύσταση των αγώνων, είχε τη φαεινή ιδέα να θεσμοθετήσει για πρώτη φορά το νέο αυτό άθλημα, τη δολιχοδρομία ως «Μαραθώνιο δρόμο», αγώνα που θα ξεκινούσε από τον Μαραθώνα και θα κατέληγε στην Πνύκα, τον ιστορικό λοφίσκο απέναντι από την Ακρόπολη, τόπο που στην αρχαιότητα φιλοξενούσε τις συνελεύσεις της Εκκλησίας του Δήμου της Αθήνας, ακολουθώντας την διαδρομή του Φειδιππίδη. Πολλαπλός ο συμβολισμός του νέου αθλήματος. Ένα νέο αθλητικό γεγονός στο πρόγραμμα των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών αγώνων άμεσα συνδεδεμένο με την ελληνική ιστορία! Πρωτίστως, θα απέδιδε τιμή στην Ελλάδα.
Η μάχη του Μαραθώνα υπήρξε καθοριστική για την ιστορία της Ευρώπης με τον αγώνα του αρχαίου ελληνικού κόσμου να προασπίσει την ελευθερία των ελληνικών πόλεων-κρατών, να αντισταθεί και να ανακόψει την ασιατική εισβολή υπό τον Πέρση στρατηγό Δάτη, με τους 10.000 Αθηναίους του Μιλτιάδη και τους 1.000 Πλαταιείς. Χωρίς αυτή την αντίσταση, η ανθρωπότητα θα στερούνταν τον αρχαίο πολιτισμό με τον πνευματικό πλούτο του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. που γεννήθηκε στον ελλαδικό χώρο, και ιδιαίτερα στην πόλη των Αθηνών, πολιτισμό που στα θεμέλιά του χτίστηκε και στηρίχτηκε ο ευρωπαϊκός. Επιπλέον, το νέο άθλημα θα σηματοδοτούσε εναργέστερα τις αξίες του «ευ αγωνίζεσθαι» και της ευγενούς άμιλλας των αγώνων της κλασικής αρχαιότητας, πνεύμα που ο Μπρεάλ θεωρούσε απαραίτητο και στη σύγχρονη διοργάνωση.
Τέλος, η ευφυής πρωτοβουλία του θα είχε και παιδευτικό χαρακτήρα, αφού η ανιδιοτελής πράξη του Φειδιππίδη, γνωστή ήδη στην Ευρώπη, αποτελούσε το σύμβολο της υπέρτατης φιλοπατρίας και αυτοθυσίας για την πατρίδα. Δύσκολο και πρωτόγνωρο το εγχείρημα της θεσμοθέτησης ενός τέτοιου αγωνίσματος, τόσο ώστε ακόμη και η γλώσσα μας σήμερα υιοθετώντας τη λέξη «Μαραθώνιος» υπονοεί κάτι το ιδιαίτερα κοπιαστικό και χρονοβόρο. Είναι αμφίβολο αν ο Μπρεάλ είχε επίγνωση του μεγέθους της απόστασης αυτού του δρόμου.
Εύλογη η εθνική συλλογική προσδοκία λοιπόν, μετά από όσα προαναφέρθηκαν, να είναι «Έλλην» ο νικητής. Η πραγμάτωση αυτού του εθνικού πόθου βάζει φτερά στα πόδια των αθλητών μας. Αποκαλυπτικός των διάχυτων εθνικών συναισθημάτων και ο Τύπος εκείνων των ημερών. «Ο μαραθώνιος δρόμος είχε καταστή εθνικόν ζήτημα και επ’ αυτού είχε καρφωθή και εμπηχθή η ελληνική σημαία με το σπαρτιατικόν θαρραλέον και ανδρικόν ρητόν «Ή ταν η επί τας’΄!». (Εφ. «Ακρόπολις», 30/3/1896)
Έτσι, ο 19ος αιώνας φεύγει επιφυλάσσοντας τη μεγάλη δόξα για την Ελλάδα, την ευόδωση της εθνικής της προσδοκίας.







































































































