Η τιμητική ΑΝΑΦΟΡΑ
Ας γυρίσουμε νοερά 116 χρόνια πίσω για να απολαύσουμε από τον «αθλητικό ανταποκριτή» της εποχής Μπάμπη Άννινο την περιγραφή και την πορεία εκείνου του θρυλικού αγώνα του Μαραθώνιου δρόμου, που ο νικητής του Σπύρος Λούης έκανε την τότε φτωχή Ελλάδα να ριγήσει από συγκίνηση και εθνική υπερηφάνεια, πράγμα που είχε τόση ανάγκη εκείνη την εποχή, μιας και βρισκόταν στον απόηχο της οδυνηρής χρεωκοπίας του 1893 επί Χαρίλαου Τρικούπη και της προσπάθειάς της να ορθοποδήσει. Τι όμορφο θα ήταν ένα όνειρο που η αφήγησή του θα μιλούσε για μια παρόμοια εθνική επιτυχία σήμερα, που θα ανόρθωνε τον συλλογικό ψυχισμό μας, θα αποκαθιστούσε το εθνικό μας γόητρο παγκοσμίως και θα το τοποθετούσε στο βάθρο που πραγματικά του αξίζει! Όπως ακριβώς συνέβη τότε με εκείνη την εθνική ανάταση όταν «…η αόρατος πτέρυξ της Νίκης, η ψαύσασα τα ελληνικά μέτωπα εν τω Σταδίω, κατά τας ημέρας ταύτας, απήλειψεν απ’ αυτών της χρεωκοπίας το στίγμα.» (Εφ. «Εφημερίς», 1/4/1896)
Σωστό, δίκαιο και αναγκαίο να γυρίζουμε πίσω στα δικά μας, τόσο για να αποτιμούμε γεγονότα και καταστάσεις, όσο και για να αποτίουμε φόρο τιμής σ’ αυτούς που δόξασαν αυτόν τον τόπο με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Και ένας από αυτούς είναι ο φτερωτός Πήγασος, ο 24χρονος μαραθωνοδρόμος ολυμπιονίκης Μαρουσιώτης νερουλάς Σπύρος Λούης, αφού εξ αιτίας «…των στιβαρών ποδών και ηρακλείων στέρνων ενός ταπεινού και αφανούς χθες εισέτι τέκνου εκ χωρίου σμικρού της Αττικής», (Εφ. «Ακρόπολις», 30/3/1896) η Ελλάδα έζησε στιγμές ανεπανάληπτης αίγλης!
Η αποθεωτική ΥΠΟΔΟΧΗ
Άκρατη συγκίνηση δημιουργεί η περιγραφή της εισόδου στο Παναθηναϊκό Στάδιο του λαχανιασμένου, κατασκονισμένου, ηλιοψημένου από τον μαρτιάτικο ήλιο και καταϊδρωμένου Λούη, με τη λευκή περιβολή του και τον αριθμό 17, η θερμή υποδοχή του από τους βασιλείς, οι εναγκαλισμοί του από τους επισήμους, τα χειροκροτήματα, οι επευφημίες, το σφιχταγκάλιασμα και το ανασήκωμά του στα χέρια από τους βασιλόπαιδες «…ως εν θριάμβω…» η ελληνική σημαία που υψώνεται […]
Το πανδαιμόνιο που επικρατεί στο Στάδιο για τη νίκη του Λούη, οι αλαλαγμοί, οι ουρανομήκεις ζητωκραυγές, οι έξαλλοι πανηγυρισμοί, οι επευφημίες του πλήθους, η θάλασσα των ελληνικών σημαιών που σείονται και ανυψούνται, η λαοθάλασσα που ζει μαζί με τον Λούη τη συγκίνηση της νίκης περιγράφονται τόσο από τον ανταποκριτή όσο και από τον Τύπο της εποχής με παραστατικότητα και ζωντάνια περισσή.
«…κραυγαί μυριόστομοι αντήχησαν, πίλοι εστροβιλίσθησαν εις τον αέρα… τα πρώτα δώρα προς τον νικητήν… μιά λευκή περιστερά αγγελιοφόρος της νίκης φαιδρά επέταξε με την ελληνική σημαίαν εις τους πόδας της… ζητωκραυγαί μετά λυγμών εξεπορεύοντο, οφθαλμοί εδάκρυσαν […]. Ένας Αμαρουσιώτης ανήλθεν εις την υψηλοτέραν κορυφήν τους Σταδίου, εις το ακρόβαθρον του δεξιού αναλήμματος και ανέμενε με την ελληνικήν σημαίαν ανά χείρας. Εις μάτην συνεσωρεύθησαν κάτωθεν όλοι οι σκοποί και όλοι οι αξιωματικοί επόπται διατάσσοντες αυτόν να κατέλθη. Εστάθη αδύναντον. Παρ’ όλας τας απειλάς και παρ’ όλας τας διαταγάς έμεινεν προσηλωμένος εκεί εις την θέσιν του ακίνητος. Και αιφνιδίως ως παράφρων έρριψε κραυγήν θριάμβου και ρίπτων τον πίλον του υψηλά ανύψωσε μικράν ελληνικήν σημαίαν εις τας χείρας του κραυγάζων: «Ενικήσαμεν!» Την στιγμήν εκείνην όλοι οι θεαταί οι εξηκοντακισχίλιοι υψώθησαν ως είς άνθρωπος εκ της θέσεώς των και εστράφησαν προς την είσοδον. […] Από του λόφου του Αρδηττού την στιγμήν καθ’ ήν ενεφανίσθη ο νικητής του Μαραθωνίου εις το Στάδιον θα εξετοξεύθησαν εις τον αέρα τουλάχιστον χίλιοι πίλοι. Και επήλθε τοσαύτη συνώστισις, ώστε η ανθρωπομάζα εκείνη η συμπαγής εκλονίσθη βιαίως ως να έσεισεν το ανθρωπόφυτον εκείνο δάσος ισχυρός άνεμος. […] πελώριος εφάνη εις τα λευκά του ενδύματα τρέχων ο Αμαρουσιώτης Λούης με την ηλιοκαμμένην μορφήν και τότε ο Διάδοχος και όσοι ήσαν εκεί εκ του επισήμου κόσμου, έθλιψαν την χείραν του και αυτόν κατησπάζοντο […] Ο Λούης εισήλθε ακμαιότατος». (Εφ. «Ακρόπολις» 30/3/1896)
Η ενθουσιώδης ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΗ
Ο αγώνας τελείωσε, η κοσμοπλημμύρα διαλύεται γεμάτη ενθουσιασμό και εθνική υπερηφάνεια. Τα αγωνίσματα που ακολουθούν μετά τον Μαραθώνιο δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον, καμία αξία, η πλησμονή των εθνικών συναισθημάτων είναι τόση, ώστε η αποχώρηση του πλήθους είναι αυτονόητη, καθίσταται ίσως και «επιτακτική», για να γιορταστούν τα επινίκια! Λίγο νωρίτερα είχε αποχωρήσει και ο νικητής του Μαραθώνιου Σπύρος Λούης εν μέσω επευφημιών και μέχρι παραφοράς εκδηλώσεων. […]
Το συγκλονιστικό γεγονός της νίκης του Λούη πάντως δεν έμεινε ασχολίαστο και από τον γνωστό σατιρικό ποιητή της εποχής Γεώργιο Σουρή, εκδότη του εβδομαδιαίου περιοδικού «Ρωμηός». Αμέσως μόλις πληροφορήθηκε τη νίκη, ενθουσιασμένος συμπλήρωσε την τελευταία στιγμή, στην πίσω σελίδα του περιοδικού του, που μόλις θα εκτυπωνόταν, ποίημα αφιερωμένο στον Λούη.





































































































