Ο μαραθώνιος
Τελευταία ὥρα μὲ μεγάλη φόρα
Τὸν νικητήριον χορὸν καὶ σύ, «Ῥωμηέ» μου, σῦρε… τὸν δρόμον τὸν περίδοξον,
ποὺ χίλιους δούλους κάνει, Ἁμαρουσιώτης κρατερός,
ὁ Λούης τὸν ἐπῆρε, κι ὁλόκληρον τὸ Στάδιον φρενῆρες ἐξεμάνη. Ὕμνους Πινδάρου
σήμερον ὁ Λούης ἂς ἀκούσῃ… Ζήτω τὸ Γένος, ὁ Λαός,
τὸ Στέμμα, τὸ Μαρούσι.
Οι ημέρες που ακολούθησαν, μετά την περιφανή νίκη του Λούη και ιδιαιτέρως εκείνη της βράβευσης των Ολυμπιονικών της 1ης σύγχρονης Ολυμπιάδας των Αθηνών, υπήρξαν μεγαλειώδεις και πανηγυρικές. Ο ενθουσιασμός και οι παραληρηματικές εκδηλώσεις για τον Μαραθωνοδρόμο Λούη συνεχίζονται και την επόμενη μέρα της νίκης, 30 Μαρτίου. Ο Τύπος δημοσιεύει διθυραμβικά άρθρα, η φωτογραφία του δεσπόζει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, σωρεία τηλεγραφημάτων καταφθάνουν από τις επαρχίες και το εξωτερικό, αντιπρόσωποι ξένων εφημερίδων τον φωτογραφίζουν στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία». Και ο ανταποκριτής της εποχής συνεχίζει την περιγραφή του:
«Εικόνες του Λούη λιθογραφικαί, εικόνες φωτογραφικαί, παντός σχήματος, παντός μεγέθους αρχίζουν από της ημέρας ταύτης να εξοδεύονται κατά χιλιάδας και ν’ αναρτώνται εις πάσας τας οικίας και τα μαγαζεία. Πολλά εργαστήρια μετονομάζονται δια του ονόματος του νικητού του Μαραθωνίου δρόμου, μεταξύ δε των πολυαρίθμων δωρεών των γενομένων προς αυτόν αξιοσημείωτος ήτο και η δια χρημάτων εξ εράνου των εν Αγγλία Ελλήνων αγορά ενός αγρού, υπό τον όρον να ονομάζηται ούτος «αγρός Μαραθώνιος».
Η εθνική ΑΝΑΤΑΣΗ
Ο απολογισμός της διοργάνωσης των πρώτων σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας υπήρξε κάτι περισσότερο από θετικός. Αναμφίβολα, τόσο η φιλοξενία και η διοργάνωση των Αγώνων από την Αθήνα όσο και η νίκη του Έλληνα, κατά το εθνικό ζητούμενο, Σπύρου Λούη, υπήρξαν συγκλονιστικά γεγονότα για ολόκληρη την Ελλάδα του τέλους του 19ου αιώνα. Το ηθικό των Ελλήνων αναπτερώθηκε, τα όνειρα απόκτησαν υπόσταση, ελπίδες για ένα καλύτερο αύριο γεννήθηκαν, κλίμα αισιοδοξίας και εθνικής αυτοπεποίθησης διαχύθηκε παντού, ένα κράτος πρόσφατα χρεωκοπημένο και στιγματισμένο ανορθώθηκε και ανασύρθηκε από την αφάνεια… Η εμβληματική φράση και ευχή του βασιλιά Γεωργίου Α’ στο λόγο που εκφώνησε στη διάρκεια του γεύματος που παρέθεσε στα Ανάκτορα «…η Ελλάς έσται το ειρηνικόν εντευκτήριον των Εθνών, το διαρκές και μόνιμον πεδίον των Ολυμπιακών αγώνων» έθεσε για πρώτη φορά τη διάσταση της διαχρονικότητας και οικουμενικότητας των ελληνικών αξιών και ιδεωδών. Συνακόλουθα, κατά τον Τύπο εκείνων των ημερών «Το Παναθηναϊκόν Στάδιον παρέστη ημίν τας ημέρας ταύτας ως θεότευκτος κολυμβήθρα, αφ’ ής ολόκληρος ο ελληνικός λαός ανέδυ αποκτών νέαν ζωήν και περιβαλλόμενος νέον, ως φωτός, ιμάτιον […] τα ελληνικά πλήθη πανταχού μετέβαλον όψιν, φαιδρά τις ζωηρότης διεχύθη επ’ αυτά· το Ολυμπιακόν βάπτισμα τους απέδωκε την εις εαυτά εμπιστοσύνην και νέαν αλκήν και ελπίδας και θάρρος».(Εφ. «Εφημερίς», 1/4/1896)
Αποκαλυπτικό επίσης το παρακάτω απόσπασμα απολογιστικού άρθρου εφημερίδας της εποχής, απηχεί τα αισθήματα ευφορίας και ψυχικής ανάτασης ενός λαού, του Ελληνικού.
«Το χρυσούν αυτό δεκαήμερον άσμα θ’ αντηχήση πανταχού της υφηλίου δια των πτερών των ανταποκριτών και των δημοσιογράφων ως θεσπεσία μελωδία, ο δε κόσμος εκστατικός και έκθαμβος θα τρίψη τους οφθαλμούς και θα ερωτά μη τυχόν ην απλή τις οπτασία ή απατηλόν και ανύπαρκτον τι όνειρον…
Πλην όχι! Ήτο πραγματικότης. Η δε χθεσινή ημέρα Στέψεως επέστεψεν όχι μόνον τας κεφαλάς των Ολυμπιονικών, αλλά αυτήν ταύτην την Ελλάδα, ήτις ανεδείχθη αληθής Ολυμπιονίκης…!(Εφ. «Ακρόπολις», 4/4/1896)





































































































