Και στηριχτήκαμε στις κλασικές παραδοσιακές μουσικές φόρμες, αυτές της βιλανέλλας, της ταραντέλλας, της ταμουριάτας κι’ έτσι άρχισε να γίνεται αποδεκτό κατ’ αρχήν στον φοιτητικό κόσμο αυτό το μουσικό ιδίωμα.
Αρκετά νωρίς κατανοήσαμε ότι αυτό θα μπορούσε να είναι η αφετηρία για να κάνουμε κάτι εντελώς καινούριο με τη μουσική. Με τον Κάρλο ντ’ Αντζιό, γράψαμε πολύ δυνατά κομμάτια, κομμάτια που έμειναν στην ιστορία, σε βαθμό που μας κατηγόρησαν ότι καταχραστήκαμε παλιά λαϊκά τραγούδια, τόσο πολύ τραγουδήθηκαν από όλα τα στόματα. Για παράδειγμα το “Brigante se more” που το γράψαμε κάποτε γιατί μας άγγιζε βαθιά αυτή η ιστορία των ληστών ή άλλα όπως το “Vento del Sud” ή ένα δικό μου τραγούδι για τις «Τέσσερις μέρες της Νάπολης»6. Αυτή η δημιουργικότητά μας ήταν τόσο ακριβής και εισερχόταν με τέτοιο τρόπο στον ιστό της λαϊκής παράδοσης, που πολλοί θεώρησαν ότι ήταν παραδοσιακά θέματα που εμείς είχαμε ξεκλέψει από κάπου. Πράγματι, πρόσφατα, κυκλοφόρησε ένα βιβλίο μου με τον ίδιο τίτλο «Brigante se more» όπου μιλώ για όλα αυτά τα πράγματα.
Με τη Musicanova αρχίζουμε να γράφουμε νέες συνθέσεις. Πρέπει να πω ότι αυτό είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο, γιατί το να γράφεις σε παραδοσιακό ύφος είναι κάτι που μπορεί να έχει πολύ κοινά αποτελέσματα. Ενώ η ελαφρά μουσική έχει στοιχεία, έχει πολλούς κανόνες ν’ ακολουθήσεις εκ του ασφαλούς. Το να γράψεις ένα ωραίο νανούρισμα ή μια παλλόμενη ταμουριάτα ή μια γνήσια χορευτική μουσική που να είναι σύγχρονη αλλά που νάχει στυλιστικά κριτήρια παραδοσιακά, της λαϊκής ψυχής, είναι κάτι πάρα πολύ δύσκολο. Αυτό ήταν η Musicanova.
Αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι η περίοδος της N.C.C.P. χαρακτηριζόταν από μια άγρια ιδεολογικοπολιτική ζούγκλα. Θυμάμαι, η πολιτική συζήτηση έτεινε να κατακρεουργήσει τα πάντα, έτεινε να τραβήξει τα πράγματα ακραία αριστερά, για παράδειγμα εξαφάνιζε το στυλιστικό κριτήριο και αποθέωνε το κριτήριο του πολιτικά ορθού. Έφτανε να σηκώσεις την κλειστή γροθιά, κι’ ήταν δικαιολογημένη η επιθετικότητα σε όποιον είχε μία καλλιτεχνική ανησυχία ανεξάρτητη από τα ιδεολογικά θέματα. Όλα αυτά οδήγησαν στην καταστροφή αυτού του κινήματος, αφού δεν είχε διέξοδο και όντως, μετά, στην Ιταλία ήρθε το επονομαζόμενο riflusso, δηλαδή μια στιγμή δυνατής αμφισβήτησης αυτών των θεμάτων και έτσι χάθηκαν πολλά.
Αντίθετα το Taranta power γεννήθηκε αυθόρμητα, μπορούμε να πούμε ότι ήρθε να καλύψει μια πραγματική αναγκαιότητα πού ’χε να κάνει με μια αιτία πιο βαθιά, δηλαδή να υπερασπιστούμε τον πολιτισμό των παππούδων μας ενάντια στην παγκοσμιοποίηση. Θυμάμαι σε μια συναυλία μου στα μέσα της δεκαετίας του ’90 στο Σαν Βίτο ντέι Νορμάνι, δηλαδή νότια του Μπρίντεζι κάποια στιγμή, ξαφνικά ενώ έπαιζα, μέσα από το κοινό, δύο κορίτσια δεκαπέντε-δεκαέξι ετών, άρχισαν να χορεύουν την ταραντέλλα με έναν τρόπο ακαταμάχητο, το κοινό άνοιξε και ανέβηκαν στο πάλκο. Ένοιωσα ότι είχε έρθει η στιγμή να επανεξετάσω την αιώνια σχέση μεταξύ μουσικής και χορού, που έχει μεγάλη σημασία, σημαίνει ότι το κοινό γίνεται πρωταγωνιστής, δεν παραμένει πια παθητικός ακροατής, αλλά όπως συμβαίνει στα πανηγύρια, γίνεται αυτός που κινεί τα νήματα, που είναι η ψυχή της τελετής. Κι’ όλο αυτό γίνεται μέσα σ’ ένα συνολικότερο κίνημα πλαισιωμένο από έναν άγριο ιδεολογικό διάλογο, που αφορά για παράδειγμα στο αν είναι θεμιτό ή όχι να εκσυγχρονίζεται η μουσική, να απομακρύνεσαι από τον ρυθμό των έξι-όγδοων ή αν είναι στυλιστικά ορθό να προσθέσεις ένα σαξόφωνο στην ενορχήστρωση, διάλογοι που αφορούν στην ίδια την αλήθεια της μουσικής κι’ όχι στο ποιος έχει πατέρα εργάτη ή δεν ξέρω τι άλλο.
Κατ’ αυτή την έννοια, αυτό το κίνημα, παρήγαγε και παράγει διάφορα μηνύματα και έχει ξαναφέρει στο επίκεντρο έναν πολιτιστικό προβληματισμό πάνω στην παραδοσιακή μουσική. Για όλα αυτά είμαι αισιόδοξος, γιατί έστω κι αν όλα δείχνουν να καταρρέουν υπάρχει αυτό το αγκάθι εκεί που επιμένει. Κι’ αυτή η επιμονή είναι σημάδι μιας νικηφόρας πορείας.
Μια τελευταία ερώτηση. Οι briganti είναι μία από τις αδυναμίες σας, άνθρωποι εξεγερμένοι κυνηγημένοι, κοινοί τόποι, κλέφτες ή χαΐνηδες στην Ελλάδα, Χαϊντούκοι στη Βαλκανική. Πόσο brigante νοιώθετε ο ίδιος;
– (Χαμογελάει). Το ’χω γράψει και στο βιβλίο για το οποίο σας μίλησα πιο πάνω. Έστω κι αν προέρχομαι από μια διαφορετική τάξη, γιατί εγώ έχω τελειώσει το πανεπιστήμιο, έχω πτυχίο φυσικής, πάντα ενστικτωδώς έπαιρνα δρόμους εναλλακτικούς, διαφορετικούς: οι briganti πραγματικά μου είναι πολύ συμπαθείς. Προφανώς όχι όλοι, προφανώς δεν μπορώ να συμμεριστώ όλα όσα κάνανε. Αλλά θαυμάζω το γεγονός ότι διάλεξαν τον πιο δύσκολο δρόμο, αυτόν του να αντιταχθούν στην επίσημη εξουσία κι’ έτσι να έχουν φωνή. Ειδικότερα εκείνοι που σκοτώθηκαν στη δεκαετία του 1860 κι ύστερα τους φωτογράφιζαν νεκρούς, μας έχουν αφήσει εικόνες συγκλονιστικές.
Για παράδειγμα ο Νίνκο-Νάνκο7, ένας brigante που φωτογραφημένος νεκρός μοιάζει με τον Τσε Γκεβάρα, πρέπει να γίνει διάσημος, πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτόν, το θεωρώ σχεδόν καθήκον μου να γράψω γι’ αυτόν μια μπαλάντα, ήδη χιλιάδες παιδιών έρχονται με τις σημαίες με τον Νίνκο-Νάνκο, αλλά πάνω απ’ όλα διαβάζουν διαφορετικά αυτή την ιστορία και προσεγγίζουν την ιστορική αλήθεια. Ένα από τα τελευταία τραγούδια που έπαιξα στη συναυλία μου στο Σπολέττο ήταν μια μπαλάντα για την Μικελίνα ντε Τσέζαρε, μια κοπέλα εικοσιτεσσάρων χρονών, μια brigantessa που την σκότωσαν, κι αυτή η μετά θάνατον γυμνή φωτογραφία της με το ντουφέκι στο χέρι, μια πανέμορφη κοπέλα με ένα αδιόρατο χαμόγελο, είναι κάτι απίστευτα συγκινητικό.
Γενικά, και στη λογοτεχνία, ο Μπωνλαίρ, ο Παζολίνι, πάντα με ενέπνεαν αυτά τα πρόσωπα που κινήθηκαν στην ιστορία της τέχνης, ακόμα και σε υψηλότατο επίπεδο σε κατευθύνσεις διαφορετικές, ενοχλητικές. Γι’ αυτό κι’ αυτή η έλξη μου από τους briganti, που αντιτίθεται στην επίσημη ιστοριογραφία. Ακόμα και το ότι όταν ήμουν παιδί διάλεξα από τις ηλεκτρικές κιθάρες ένα μαντολίνο, όλα αυτά με κάνουν εναλλακτικό άτομο. Έτσι είναι και οι μουσικοί μου: λένε είμαι από αυτό το μέρος κι αμέσως το διαβάζεις στα μάτια τους, στο βλέμμα τους.
Και μ’ αφορμή αυτό, θα ’θελα να συμπληρώσω κάτι σημαντικό: Αυτοί που προτιμούν ν’ ασχοληθούν με τον παραδοσιακό τους πολιτισμό έχουν ένα πλεονέκτημα στο να γίνουν, να είναι παγκόσμιοι. Δηλαδή, αν ένα παιδί, ένας Ιταλός επιλέξει να κάνει προγκρέσιβ-ροκ ή χέβυ-μέταλ ή δεν ξέρω τι άλλο, θα ’ναι πάντα ένας επαρχιώτης υπήκοος της αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αν αυτό το παιδί παίξει ταμπουρέλλο, ή ένα ελληνόπουλο παίξει μπουζούκι ή λαούτο είναι αυτομάτως μέλος του παγκοσμίου γίγνεσθαι. Μού ’ρχεται ξανά στο μυαλό αυτός ο φίλος Έλληνας με το όνομα Βαγγέλης, πού ’παιζε λαούτο και τραγουδούσε ελληνικά και μ’ αυτό τον τρόπο ήταν διεθνής. Αν είχε τραγουδήσει στα αγγλικά όντας Έλληνας, θα ήταν υπόθεση μιας χαμένης ταυτότητας. Το ίδιο ισχύει για ένα κορίτσι, που χορεύει την ταραντέλλα, γεννημένη στην Καλαβρία είναι διεθνής. Όπου κι’ αν πάει και κάνει εκείνα τα βήματα, αμέσως έλκει την προσοχή, αμέσως διηγείται το πού γεννήθηκε κι’ αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό σ’ αυτή τη βάρβαρη βαβέλ που είναι ο κόσμος σήμερα.
Αναφέρεστε στην αυθεντικότητα, στην αλήθεια. Δηλαδή ότι είναι αυθεντικό είναι και παγκόσμιο;
Η αλήθεια σήμερα αποδέχεται μόνον ότι έχει ένα εθνικό περιεχόμενο, τουλάχιστον μιλώντας για μουσική, ενώ υπάρχει πάντα η τάση των εμπορικών νημάτων, που καθοδηγούνται από ψηλά να ισοπεδώσουν τα πάντα στις διαθέσεις των κέντρων παραγωγής. Μου έρχονται στο μυαλό –δεν ξέρω αν υπάρχουν κι’ εδώ στην Ελλάδα– όλοι αυτοί οι τηλεοπτικοί διαγωνισμοί τύπου fame, X-factor που είναι πραγματικά επικίνδυνοι και παράγουν πάνω απ’ όλα διάφορους υπερφίαλους αποπροσανατολισμένους. Αν σήμερα κάποιος πάει σε μια σχολή χορού να μάθει τους παραδοσιακούς χορούς του τόπου του δεν θά ’ναι ποτέ αποπροσανατολισμένος γιατί θά ’χει διαλέξει μια κατεύθυνση τόσο αληθινή, που η ιστορία δεν θα μπορέσει ποτέ να της εναντιωθεί.





































































































